Παράνομη διακίνηση αποβλήτων
Πρόσφατη νομολογία του ΔΕΕ σχετικά με τη μεταφορά αποβλήτων
Υπάρχουν πολλές άλλες αποφάσεις του ΔΕΕ σχετικά με τον χαρακτήρα και την ταξινόμηση των ουσιών που μεταφέρονται διασυνοριακά. Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση C-241/12 Shell Nederland, το ΔΕΕ έπρεπε να ταξινομήσει πάνω από 333.000 κιλά ενός προϊόντος πετρελαίου που επέστρεψε ένας αγοραστής στο Βέλγιο στην ολλανδική εταιρεία Shell. Ο αγοραστής δεν ήταν σε θέση να αποθηκεύσει ή να διατηρήσει το προϊόν πετρελαίου λόγω σφάλματος στη σύνθεσή του που προκλήθηκε, κατά λάθος, κατά τη φόρτωση της αρχικής μεταφοράς του προϊόντος από τις Κάτω Χώρες στο Βέλγιο. Ο προσδιορισμός του κατά πόσον το πετρελαιοειδές προϊόν ήταν "απόβλητο" ήταν ουσιώδης για την ποινική διαδικασία που κινήθηκε κατά της Shell. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο πελάτης είχε πρόθεση να διαθέσει ή να ανακτήσει το επίμαχο φορτίο, δεδομένου ότι αυτό επιστράφηκε βάσει της σύμβασης. Ήταν, ωστόσο, πολύ πιο δύσκολο να εκτιμηθεί η θέση της Shell και να προσδιοριστεί αν η Shell είχε πρόθεση να "απορρίψει" το επίμαχο φορτίο, τη στιγμή που αποκαλύφθηκε η μόλυνσή του. Το ΔΕΕ έλαβε υπόψη ότι η ουσία είχε εμπορική αξία και μπορούσε να πωληθεί στην αγορά χωρίς να υποστεί επεξεργασία. Το αποφασιστικό γεγονός, ωστόσο, ήταν ότι η Shell πήρε πίσω την επίμαχη παρτίδα με πρόθεση να την αναμείξει και να την επαναφέρει στην αγορά. Για το λόγο αυτό, δεν μπορούσε να θεωρηθεί απόβλητο βάσει του Κανονισμού.
Η νομολογία του ΔΕΕ συμβάλλει επίσης στην κατανόηση της σχέσης μεταξύ των νομικών καθεστώτων που εισάγονται με διάφορα νομοθετήματα της ΕΕ. Για παράδειγμα, στην υπόθεση C-634/17 ReFood, το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι οι αποστολές ζωικών υποπροϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αριθ. 1069/2009 (κανονισμός για τα ζωικά υποπροϊόντα), εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, εκτός εάν ο κανονισμός για τα ζωικά υποπροϊόντα προβλέπει ρητά την εφαρμογή του WSR. Στην υπόθεση C-399/17 Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας, το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί αν η Τσεχική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον Κανονισμό, αρνούμενη να παραλάβει πίσω μια ουσία γνωστή ως TPS-NOLO (ή Geobal) που είχε αποσταλεί στην Πολωνία χωρίς να τηρηθούν οι απαιτούμενες διατυπώσεις του WSR. Η τσεχική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η ουσία δεν αποτελούσε απόβλητο, δεδομένου ότι είχε καταχωριστεί σύμφωνα με τον κανονισμό REACH (κανονισμός αριθ. 1907/2006) και χρησιμοποιήθηκε ως καύσιμο. Το ΔΕΕ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η εν λόγω μεταφορά αποτελούσε μεταφορά αποβλήτων κατά την έννοια του Κανονισμού και ότι, ως εκ τούτου, δεν αποτελούσε παράνομη μεταφορά για τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, το επίμαχο μείγμα ενδέχεται να έχει καταχωριστεί εσφαλμένα βάσει του κανονισμού REACH, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτηρισμός του ως απόβλητο. Ωστόσο, μια τέτοια υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδεικνύει ότι το μείγμα είναι απόβλητο. Αν και δεν επιτρέπει οριστικό συμπέρασμα περί του αντιθέτου, η καταχώριση μιας ουσίας βάσει του κανονισμού REACH είναι, εντούτοις, κρίσιμη για τον προσδιορισμό του κατά πόσον η ουσία αυτή έχει πάψει να είναι απόβλητο (βλ. επίσης υπόθεση C-358/11 Lapin luonnonsuojelupiiri).
Στην υπόθεση C-1/11 Interseroh, το αιτούν δικαστήριο διερωτήθηκε, κατ' ουσίαν, αν η υποχρέωση παροχής πληροφοριών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 του Κανονισμού, μπορεί να περιοριστεί από το δικαίωμα προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου. Το ΔΕΕ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συνέπεια της διοικητικής διαδικασίας παρακολούθησης που προβλέπει ο Κανονισμός είναι ότι ο παραλήπτης της μεταφοράς θα λάβει γνώση του ονόματος του παραγωγού αποβλήτων και δεν μπορεί να συναχθεί παρέκκλιση από τη ρύθμιση αυτή. Το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω απαιτήσεων εμπιστευτικότητας περιορίζεται αναγκαστικά στις επαφές που έχουν τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στο έγγραφο μεταφοράς, δηλαδή οι αρμόδιες διοικητικές αρχές και τα πρόσωπα που εμπλέκονται στην εν λόγω μεταφορά, με τρίτα μέρη της εν λόγω μεταφοράς.