COMBATTING WASTE CRIME

SCHMUCKBILD + LOGO

INHALT

BREADCRUMB

Έρευνα, δίωξη και επιβολή ποινών για εγκλήματα στον τομέα των αποβλήτων
Βέλτιστες πρακτικές και πιθανές λύσεις

 

Δήμευση των προϊόντων εγκλήματος
Τα κίνητρα για τη διάπραξη περιβαλλοντικών εγκλημάτων είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα ίδια: να κερδίσουν χρήματα ή/και να μειώσουν το κόστος. Ο κίνδυνος εντοπισμού και οι κυρώσεις εξακολουθούν να είναι σχετικά χαμηλά, ενώ το περιθώριο κέρδους είναι υψηλό.

Για να μειωθεί η «ελκυστικότητα» της διάπραξης τέτοιου είδους εγκλημάτων, πρέπει να εφαρμοστούν συστηματικότερα μέτρα για τη δήμευση των εσόδων. Θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στις πτυχές της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά τη διερεύνηση και τη δίωξη των παράνομων μεταφορών αποβλήτων, ώστε να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης του περιβαλλοντικού εγκλήματος.

Συμπεράσματα της έκθεσης της Eurojust
Η έκθεση της Eurojust το 2014 κατέληξε στα ακόλουθα γενικά συμπεράσματα:

  • Το περιβαλλοντικό έγκλημα, ιδίως όταν περιέχει διασυνοριακά στοιχεία, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σοβαρό έγκλημα.
  • Λόγω των υψηλών κερδών που αποφέρει, του σχετικά χαμηλού κινδύνου εντοπισμού και των μάλλον επιεικών ποινών, συνδέεται επίσης συχνά με το οργανωμένο έγκλημα, ιδίως με την παράνομη διακίνηση ή απόρριψη αποβλήτων.
  • Τα εγκλήματα αυτά ενέχουν μεγάλους κινδύνους για το περιβάλλον και την ευημερία των ανθρώπων και υπονομεύουν, στις οργανωμένες μορφές τους, το κράτος δικαίου και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
  • Όπως και σε άλλους τομείς του οργανωμένου εγκλήματος, τα κέρδη που παράγονται είναι σημαντικά και αποτελούν το κύριο κίνητρο για τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων. Ως εκ τούτου, ο εντοπισμός, η δέσμευση και η δήμευση περιουσιακών στοιχείων θα πρέπει να εφαρμόζονται σε γενικότερη και συστηματικότερη βάση.
  • Το πολύπλοκο νομοθετικό πλαίσιο και η εφαρμογή του απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, τόσο μέσω της συμμετοχής ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων όσο και μέσω της εξειδικευμένης γνώσης του προσωπικού των υπηρεσιών επιβολής του νόμου και των εισαγγελικών αρχών.
  • Η συμμετοχή ενός ευρέος φάσματος εθνικών αρχών, π.χ. από τελωνειακούς υπαλλήλους έως κτηνίατρους, καταδεικνύει ότι η διεπιστημονική προσέγγιση και η οργανωμένη και συστηματική διυπηρεσιακή συνεργασία και ο συντονισμός είναι ουσιώδη στοιχεία σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
  • Οι εφαρμοστέες κυρώσεις για περιβαλλοντικά αδικήματα διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών. Το αποτρεπτικό τους αποτέλεσμα είναι ανεπαρκές και, ως εκ τούτου, δεν είναι «αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό».
  • Καθώς η νομοθεσία δεν είναι εναρμονισμένη στον τομέα αυτό, ιδίως όσον αφορά τις ποινές, τα κράτη μέλη συχνά δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν τεχνικές καταναγκαστικής έρευνας παρόμοιες με εκείνες σε άλλους τομείς σοβαρών εγκλημάτων.
  • Η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και εξειδικευμένης γνώσης είναι απαραίτητη σε περιβαλλοντικές διασυνοριακές υποθέσεις και η συλλογή πληροφοριών θα πρέπει να γίνει αυτόματα στον τομέα αυτό. Η εμπειρογνωμοσύνη της EUROPOL θα μπορούσε να διερευνηθεί στο πλαίσιο αυτό σε επίπεδο ΕΕ.
  • Η προστιθέμενη αξία της συνδρομής της Eurojust πρέπει να γίνει περισσότερο γνωστή στους επαγγελματίες που εργάζονται σε αυτόν τον τομέα του δικαίου. Ο συντονισμός των ερευνών και των διώξεων θα πρέπει να γίνεται σε πιο τακτική βάση μέσω της έγκαιρης συμμετοχής του οργανισμού και θα μπορούσε να γίνει πιο συστηματική χρήση των JITs, των συνεδριάσεων συντονισμού και των κέντρων συντονισμού σε διασυνοριακές περιβαλλοντικές υποθέσεις.