COMBATTING WASTE CRIME

SCHMUCKBILD + LOGO

INHALT

BREADCRUMB

Ανακύκλωση πλοίων
Προβλήματα με τη μέθοδο αποσυναρμολόγηςη της «προσάραξης» και με την αλλαγή σημαίας

 

Η αποσυναρμολόγηση πλοίων με τη μέθοδο της «προσάρξης» (beaching) συνεπάγεται ότι ένα πλοίο που πρόκειται να διαλυθεί απλώς πλέει σε μια παραλία για κατεδάφιση και αποσυναρμολόγηση. Οι εργασίες κατεδάφισης αναλαμβάνονται συχνά με εκτεταμένη χρήση χειρωνακτικής εργασίας και έχουν δεχθεί μαζική κριτική λόγω των επικίνδυνων και επιβλαβών συνθηκών εργασίας και επειδή τα επικίνδυνα απόβλητα δεν αντιμετωπίζονται με περιβαλλοντικά υπεύθυνο τρόπο.

Τα ναυπηγεία της Νότιας Ασίας αγοράζουν εδώ και χρόνια την πλειονότητα του παγκόσμιου όγκου προς αποσυναρμολόγση. Η μέθοδος της προσάραξης χρησιμοποιείται κυρίως στην Ινδία, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές. Καμία από αυτές τις χώρες δεν είναι μέλος του ΟΟΣΑ. Ως εκ τούτου, απαγορεύεται η εξαγωγή πλοίων στο τέλος του κύκλου ζωής τους από την ΕΕ για διάλυση στις χώρες αυτές. Αυτό δεν εμποδίζει, ωστόσο, τους πλοιοκτήτες να πωλούν τα πλοία προς προσάραξη στη Νότια Ασία, αλλά η προσάραξη ως μέθοδος βρίσκεται υπό αυξανόμενο έλεγχο από τα ευρωπαϊκά δικαστήρια και τους θεσμικούς επενδυτές, όπως καταδεικνύουν δύο πρόσφατες ολλανδικές υποθέσεις Seatrade και Holland Maas.

Υπόθεση Seatrade
Το 2018, ολλανδικό δικαστήριο διέταξε την πλοιοκτήτρια εταιρεία Seatrade να καταβάλει πρόστιμα που κυμαίνονταν μεταξύ 50.000 ευρώ (61.700 δολάρια ΗΠΑ) και 750.000 ευρώ (924.000 δολάρια ΗΠΑ) για την πώληση τεσσάρων πλοίων σε έναν μεσάζοντα (τον λεγόμενο «αγοραστή μετρητών»), ο οποίος θα τα διέλυε σε ναυπηγεία προσάραξης στην Ινδία και σε άλλες χώρες που προσφέρουν εγκαταστάσεις προσάραξης. Επιπλέον, σε δύο στελέχη της εταιρείας απαγορεύτηκε η άσκηση του επαγγέλματος του διευθυντή, επιτρόπου, συμβούλου ή υπαλλήλου ναυτιλιακής εταιρείας για ένα έτος. Η ποινή φυλάκισης, την οποία προηγουμένως ζητούσε η εισαγγελία, εγκαταλείφθηκε εν όψει της έλλειψης προηγούμενου ποινικού μητρώου της εταιρείας, το οποίο έγινε δεκτό ως ελαφρυντικό.

Επιχείρημα υπεράσπισης της Seatrade ήταν, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση για τη διάλυση των πλοίων ελήφθη ενώ τα πλοία βρίσκονταν εκτός των χωρικών υδάτων της ΕΕ. Σύμφωνα με τη Seatrade, ο Κανονισμός για τη διασυνοριακή μεταφορά αποβλήτων δεν είχε εφαρμογή στην ανακύκλωση λειτουργικών πλοίων· εναλλακτικά, τα πλοία αυτά δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν απόβλητα βάσει του εν λόγω Κανονισμού. Το Δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι τόσο ο πλοιοκτήτης όσο και δύο στελέχη είχαν ενεργήσει κατά παράβαση του Κανονισμού για τη διασυνοριακή μεταφορά αποβλήτων. Το δικαστήριο εξέτασε τις εσωτερικές ανταλλαγές ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς και τις ανταλλαγές μεταξύ των κατηγορουμένων και των ναυλομεσιτών πριν και κατά τη διάρκεια των τελευταίων ταξιδιών των πλοίων. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όταν τα πλοία έφυγαν από τα λιμάνια του Ρότερνταμ και του Αμβούργου το 2012, η πρόθεση ήταν ήδη η καταστροφή των πλοίων, γεγονός που καθιστά τα πλοία κατηγοριοποιημένα ως απόβλητα, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσαν να είναι αξιόπλοα, πιστοποιημένα, ασφαλισμένα και λειτουργικά. Το γεγονός ότι τρία από τα πλοία εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε εμπορική υπηρεσία και μετέφεραν φορτίο κατά τη διάρκεια μέρους του ταξιδιού προς τον τελικό προορισμό τους δεν επηρέασε το συμπέρασμα αυτό. Και δεδομένου ότι τα πλοία αποτελούσαν συνδυασμό μη επικίνδυνων και επικίνδυνων αποβλήτων και πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθούν ως επικίνδυνα απόβλητα.