Τα εγκλήματα του άρθρου 28 παρ. 3
Το έγκλημα του άρθρου 28 παρ. 3 εδ β’
Το πότε, βέβαια, η προσβολή (ρύπανση ή υποβάθμιση) είναι τόσο εκτεταμένη που να εκφεύγει από τα όρια της απλής και να καθίσταται ευρεία, θα κριθεί αρχικά κατά περίπτωση. Η νομολογία πρέπει να διαμορφώσει κριτήρια, με βάση τα οποία θα σταθμίζεται αυτό το μέγεθος, ώστε να κατατάσσεται στη μια κατηγορία ή στην άλλη. Όπως σε κάθε περίπτωση οριοθέτησης, το ζήτημα δεν τίθεται τόσο με τις ακραίες περιπτώσεις αλλά με τις οριακές. Επί παραδείγματι, η απόρριψη ενός φορτηγού αδρανών υλικών σε σημείο ακόμα και ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως περίπτωση γεννώσα τον κίνδυνο ευρείας ρύπανσης ή υποβάθμισης. Ομοίως, είναι αναντίρρητο ότι η απόρριψη ενός βυτίου δέκα χιλιάδων λίτρων υγρής τοξικής ουσίας στην αποχέτευση, που καταλήγει σε ποτάμιο οικοσύστημα δημιουργεί (τουλάχιστον) κίνδυνο ευρείας ρύπανσης ή υποβάθμισης πιθανώς δε και κίνδυνο σε άνθρωπο. Στον αντίποδα αυτής της υπόθεσης, η απόρριψη υπό τις ίδιες συνθήκες ενός λίτρου της ίδιας τοξικής ουσίας δεν μπορεί από μόνη της να κριθεί ως γεννώσα τον κίνδυνο σοβαρής ή ευρείας ρύπανσης ή υποβάθμισης. Το ερώτημα που γεννάται, λοιπόν, είναι ποιο ακριβώς ποσοτικό μέγεθος εντάσσεται στην απλή προσβολή, ποιο στη δημιουργία κινδύνου σοβαρής ή ευρείας προσβολής και ποιο στη δημιουργία κινδύνου σε άνθρωπο ή έμβρυο. Θα πρέπει, μάλλον, να γίνει δεκτό, ότι το όριο που θα τεθεί θα είναι εν πολλοίς αυθαίρετο. Εν τούτοις, η οριοθέτηση αυτή είναι υποχρεωτική, εν όψει της εν λόγω διάταξης, αφού θα πρέπει να εφαρμοστεί είτε η μία (του βασικού εγκλήματος) είτε (κατ’ αποκλεισμόν αυτής) η άλλη (η εν λόγω παρ. 3 εδ γ’). Έτσι, παρά την αυθαιρεσία της, η προκρινόμενη επιλογή (της θέσης αυτού του ορίου), πλαισιονόμενη βέβαια από τα υπάρχοντα επιστημονικά στοιχεία αλλά και από λογική κρίση, θα είναι δίκαιη, ως υπείκουσα σε νομική επιταγή, που αξιώνει την εφαρμογή της. Στο τεθέν παράδειγμα, πρέπει να υπάρχει κάποιο όριο, συγκεκρινένης ποσότητας της επικίνδυνης ουσίας, τέτοιο που ένα λίτρο περισσότερο θα αποτελεί ικανή ποσότητα για να ενεργοποιήσει την εν λόγω διάταξη της παρ. 3 περ γ’ ενώ ένα λιγότερο όχι, με συνέπεια να εφαρμόζεται εκείνη του βασικού εγκλήματος. Στο σημείο αυτό, απλώς υπενθυμίζεται, ότι επίταση του αποτελέσματος της προσβολής δεν πρέπει να έχει επέλθει αλλά μόνο κίνδυνος να γεννήθηκε.
Πέραν τούτων, τίθεται το ζήτημα του προσδιορισμού της έννοιας της διατάραξης/καταστροφής τόσο μεταξύ τους, όσο και έναντι των κλασσικών πλέον όρων της ρύπανσης/υποβάθμισης, αλλά και έναντι της διάκρισης που τίθεται μεταξύ οικολογικής και περιβαλλοντικής προσβολής. Η έννοια της διατάραξης είναι γνωστή μόνο στο δίκαιο της κυριότητας ή της νομής, είναι όμως βέβαιο ότι ο νομοθέτης δεν είχε διόλου υπόψη του να επιτελέσει κάποια σύναψη ανάμεσα στα ασύνδετα αυτά ζητήματα. Πάντως, η διατάραξη δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως ηπιότερη προσβολή από εκείνη της αναίρεσης του εννόμου αγαθού, γνωστή από το εμπράγματο δίκαιο ως όχληση χαμηλότερης έντασης από την αποβολή. Ποσοτικά λοιπόν, δεν μπορεί να είναι παρά κάτι λιγότερο από την καταστροφή, που κατά την κοινή γλώσσα δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά τον αφανισμό του αντικειμένου, δηλαδή εν προκειμένω του περιβαλλοντικού αγαθού, τουλάχιστον σε κάποια από τις αναφορές του (π.χ. ως προς την τοπική πανίδα ή ως προς κάποιο συγκριμένο είδος πανίδας).
Πρόκειται για διακεκριμένη παραλλαγή του βασικού εγκλήματος.
Εν προκειμένω, το εν λόγω έγκλημα της παρ. 3 εδ. γ’, είναι συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως
, καθώς η κατάσταση αυτού του κινδύνου (ορθότερα της διακινδύνευσης) πρέπει να διαπιστώνεται ότι συντρέχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Αν δεν επήλθε in concreto κίνδυνος, το έγκλημα δεν μπορεί να θεωρηθεί τελειωμένο. Στα εγκλήματα αυτά, της συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, το επικίνδυνο σχετίζεται με ορισμένο αντικείμενο και δεν αποτελεί γενική και αφηρημένη απειλή
. Εν προκειμένω, ο κίνδυνος σχετίζεται με την επικρεμάμενη σοβαρότητα της προσβολής συγκεκριμένου περιβαλλοντικού αγαθού. Ο κίνδυνος (διακινδύνευση) πρέπει να προέρχεται από τη συμπεριφορά του δράστη και όχι από άλλους όρους άσχετους προς την πράξη που χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη
. Πρέπει, δηλαδή να αποδειχθεί ότι από αυτήν (τη συμπεριφορά του δράστη) μεταβλήθηκε κάποια κατάσταση και δημιουργήθηκαν εμπειρικώς αιτιατοί όροι ή συνθήκες από την πρόκληση ρύπανσης ή υποβάθμισης τέτοιου είδους ή ποσότητας, που εξ αιτίας αυτής, ως αιτιατής συνθήκης, να γεννηθούν όροι κινδύνου σοβαρής ή ευρείας ρύπανσης ή υποβάθμισης ή οικολογικής διατάραξης ή καταστροφής. Ο δράστης, πρέπει να γνωρίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες ενεργεί, καθώς και ότι αυτές δύνανται να δημιουργήσουν κίνδυνο σοβαρής περιβαλλοντικής προσβολής, δεδομένου ότι ο κίνδυνος περιλαμβάνεται στην αντικειμενική υπόσταση
. Με άλλα λόγια, λοιπόν, υποκειμενικώς απαιτείται δόλος του δράστη, έστω και ενδεχόμενος
. Ο δόλος συνίσταται στη συνείδηση του δράστη ότι από τη συμπεριφορά του προκαλείται ρύπανση ή υποβάθμιση και δεν απαιτείται να θέλησε τον κίνδυνο ως αποτέλεσμα της πράξης του. Πρέπει, όμως να προβλέπει ως ενδεχόμενο και να αποδέχεται, κατά την έννοια της επιδοκιμασίας
(άρθρο 27 ΠΚ) τον κίνδυνο επίτασης της προσβολής στο περιβάλλον, όχι όμως και αυτήν καθαυτήν την πρόκληση σοβαρής ρύπανσης ή υποβάθμισης, διότι τότε θα πρόκειται για την πράξη της παρ. 3 εδ ε’ (τετελεσμένη ή σε απόπειρα)
. Έτσι, η πράξη της παρ. 3 εδ γ’ δεν τελείται, όταν ο δράστης προσδοκούσε δικαιολογημένα ότι τρίτος θα επέμβει αποσοβώντας τον κίνδυνο ή, όταν βρίσκεται ο ίδιος σε ετοιμότητα προς τούτο. Όχι, όμως, αν ο δράστης θέσει τον κίνδυνο και απομακρυνθεί, υπό την αόριστη προσδοκία ότι κάποιος θα βρεθεί να αποτρέψει τον κίνδυνο
, εκτός αν στην περίπτωση αυτή κριθεί ότι δεν υπάρχει αποδοχή του κινδύνου.