Τα εγκλήματα του άρθρου 28 παρ. 3
Το έγκλημα του άρθρου 28 παρ. 3 εδ α’.
Κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ α’: 3. «Αν η πράξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου: (α) τελέστηκε από υπαίτιο που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή και χρηματική ποινή 20.000,00 έως 150.000,00 ευρώ, …».
Έγκλημα σκοπού ή υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης.
Ο νομοθέτης απομακρύνθηκε από την έννοια του περιουσιακού οφέλους, που χρησιμοποιεί στην περίπτωση της απάτης (386 ΠΚ) προκρίνοντας την ως άνω του υλικού ή οικονομικού οφέλους. Ως περιουσιακό όφελος θεωρείται κάθε ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή του ωφελούμενου από την πράξη προσώπου, δηλαδή καθετί που συνιστά αύξηση της περιουσίας αυτής, όπως είσπραξη απαίτησης, απόκτηση δικαιώματος προσδοκίας, χρήση υπηρεσιών χωρίς αντάλλαγμα, εξασφάλιση κατοχής πραγμάτων, βελτίωση δικονομικής θέσης, αποτροπή δαπάνης ή άλλων δυσμενών συνεπειών οικονομικής φύσης. Περιουσιακό όφελος, όμως, δεν αποτελεί εκείνο που δεν έχει τέτοιο (περιουσιακό) χαρακτήρα, όπως ζητήματα ηθικής τάξεως, ικανοποίησης σεξουαλικών ή άλλων ενστίκτων. Το ίδιο ισχύει και όταν από το μη περιουσιακό όφελος εξαρτάται έμμεσα ένα περιουσιακό.Εν προκειμένω, λοιπόν, η ρητή τεθειμένη διάκριση μεταξύ οικονομικού και υλικού οφέλους φαίνεται να αποτελεί γενική παραπομπή στη διάκριση των εννοιών περιουσίας και ιδιοκτησίας, αντίστοιχα. Το μεν οικονομικό όφελος είναι εκείνο που αποτιμάται σε χρήμα, δηλαδή στοιχείο της περιουσίας που έχει οικονομική αξία, το δε υλικό όφελος, σε αντιδιαστολή με το προηγούμενο, είναι (και) εκείνο που δεν έχει οικονομική αξία. Το υλικό όφελος δεν μπορεί να είναι ηθικής φύσης, διότι τότε θα ήταν άυλο. Η συνηθέστερη περίπτωση είναι το όφελος να έχει οικονομικό αντίκρυσμα.
Στο εν λόγω έγκλημα, το σκοπούμενο αποτέλεσμα πρόκειται, κατά τον σχεδιασμό του δράστη, να επέλθει από μόνο του, δηλαδή χωρίς δεύτερη επακολουθούσα πράξη του. Είναι, λοιπόν, κόλουρο έγκλημα αποτελέσματος
. Ο επιχειρηματίας που απορρίπτει παρανόμως απόβλητα, με σκοπό να ωφεληθεί τη δαπάνη επεξεργασίας τους, το μεν προσβάλλει ευθέως το περιβάλλον, το δε πράττει σύμφωνα με το σχέδιό του και δεν απαιτείται να πράξει άλλο τι προς επίτευξη του σκοπού του, ούτε βέβαια απαιτείται να επέλθει το σκοπούμενο αποτέλεσμα του οφέλους. Με την απόρριψη, βέβαια, συνήθως έχει ήδη ωφεληθεί τη δαπάνη. Μπορεί, όμως, να την προσδοκά και να μην την ωφεληθεί για άλλους λόγους αποτυχίας του σχεδίου του, όπως αν τυχόν επακολουθήσει έλεγχος και υποχρεωθεί είτε στην περισυλλογή τους (των αποβλήτων) είτε και σε χρηματική ποινή που υπερκαλύπτει το προσδοκώμενο όφελος, με συνέπεια να μην επέλθει η μείωση του παθητικού της περιουσίας του, στην οποία σκόπευε. Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, λοιπόν, το έγκλημα είναι τετελεσμένο.
Ο δράστης θα πρέπει να επιδιώκει τον πορισμό οφέλους για τον εαυτό του ή για άλλον. Ο άμεσος δόλος πρώτου βαθμού (σκοπός), πρέπει να επικαλύπτει μόνο το όφελος ενώ για το ζήτημα αν αυτό (το όφελος) αφορά στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Έτσι, αν ο δράστης επιδιώκει το όφελος για τον εαυτό του αλλά αυτό περιέλθει σε άλλον, το έγκλημα της παρ. 3 εδ α’ στοιχειοθετείται. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, το έγκλημα, αν ο δράστης προβλέπει την επίτευξη οφέλους ως ενδεχόμενη ή και ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του αλλά δεν την επιδιώκει.