Περιπτωσιολογική ανάλυση του άρθρου 28, υπό τον παράτιτλο: Ποινικές κυρώσεις.
Στην παράγραφο 1 ορίζεται: «1. Όποιος ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3010/2003 (Α` 91) και το ν. 4014/2011 (Α` 209), ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότηση του, άδεια ή έγκριση, ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο ετών ή και χρηματική ποινή 1.000,00 έως 60.000,00 ευρώ.»
Οι προϋποθέσεις πλήρωσης της αντικειμενικής υπόστασης της παρούσας παρ. 1 είναι οι ίδιες με εκείνες της παρ. 2α, αν και τούτο δεν είναι αμέσως εμφανές. Ειδικότερα, ως διαφορά μεταξύ των δύο διατάξεων φαίνεται να τίθεται το ότι στη μεν πρώτη τιμωρείται η άσκηση δραστηριότητας ή επιχείρησης χωρίς ή κατά παράβαση της απαιτούμενης άδειας ή έγκρισης, που ταυτόχρονα υποβαθμίζει το περιβάλλον, ενώ στη δεύτερη απαιτείται, αντί τούτου, η υποβάθμιση να αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού (1650/1986) ή των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδομένων κανονιστικών πράξεων. Η παρ. 1 περιλαμβάνει εκτός στοιχείων της ειδικής υπόστασης του εγκλήματος της παρ. 2α και εκείνο
, της έλλειψης ή παραβίασης των όρων της διοικητικής άδειας. Όταν δε, πληρούται το πραγματικό της παρ. 1 θα πληρούται πάντα και το πραγματικό της (γενικότερης) διάταξης της παρ. 2α , αμφότερες δε οι διατάξεις σκοπεύουν στην προστασία του ίδιου έννομου αγαθού
, που δεν είναι άλλο από το περιβάλλον καθαυτό. Έτσι, φαίνεται εκ πρώτης όψεως, ότι όταν συντρέχει το πραγματικό της, θα πρέπει να εφαρμόζεται η διάταξη της παρ. 1 κατ’ αποκλεισμό της παρ. 2α , με βάση την αρχή της ειδικότητας
. Με βάση τα παραπάνω, η διάταξη της παρ. 1 εμφανίζεται ως προνομιούχος παραλλαγή της παρ. 2α. Όταν μεταξύ δύο διατάξεων υφίσταται σχέση γένους προς είδος, δηλαδή σχέση ειδικότητας, αποκλείεται να υφίσταται εν ταυτώ μεταξύ τους και σχέση σιωπηρής (τεκμαιρόμενης) επικουρικότητας
. Πλην, η προεκτεθείσα εκδοχή (της εφαρμογής της αρχής της ειδικότητας) εμπεριέχει αξιολογική αντινομία, παριστάμενη ως καταφανώς άδικη, εφόσον η παρ. 1 προβλέπει, αδικαιολογήτως, ελαφρύτερες κυρώσεις. Και τούτο, διότι θα ήταν αξιολογικά ασυνεπές να τιμωρείται με βαρύτερη κύρωση αυτός που προκαλεί αποκλειστικά και μόνο υποβάθμιση, ενώ όταν αυτή συνοδεύεται και από έλλειψη ή παραβίαση άδειας της Αρχής, να τιμωρείται ελαφρύτερα.
Έτσι, είναι ορθότερο, να γίνει δεκτό, με βάση την αρχή της επικουρικότητας, ότι στην αξιολογική σχέση των εν λόγω κανόνων προτάσσεται πάντα ως εφαρμοστέα η διάταξη της παρ. 2α, ως αυστηρότερη, που απωθεί έτσι την ηπιότερη διάταξη της παρ. 1. Η σιωπηρή αυτή επικουρικότητα συνάγεται με τελολογική ερμηνεία.
Στην παράγραφο 2 εδ. α ορίζεται: «2. Όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ` εξουσιοδότηση του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή και χρηματική ποινή 3.000,00 έως 60.000,00 ευρώ.» Το έγκλημα της παρ. 2α αποτελεί βασικό έγκλημα, εφόσον η ειδική του υπόσταση περιλαμβάνει τις ελάχιστες εννοιολογικές προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση του οικείου τύπου εγκλήματος. Τα υπόλοιπα προβλεπόμενα εγκλήματα του άρθρου 28 δεν έχουν αυτοτέλεια έναντι αυτού αλλά εξαρτώνται από αυτό, αποτελώντας εξειδίκευσή του, διότι περιέχουν όλα τα στοιχεία του και, τουλάχιστον, ένα παραπάνω
.
Το έγκλημα μπορεί να τελεστεί με έναν από τους περισσότερους τρόπους που προβλέπει ο νόμος, δεδομένου ότι οι τρόποι τέλεσης τίθενται κατά διάζευξη. Συνεπώς, πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό
. Κατά μία άποψη, το έγκλημα αυτό ως έγκλημα «καταλληλότητας», περιλαμβάνει στην αντικειμενική του υπόσταση μια δυνατότητα κινδύνου, εν είδει αποτελέσματος
. Το τελευταίο τούτο (αποτέλεσμα), δηλαδή ο ενσκήπτων συγκεκριμένος κίνδυνος επί του περιβαλλοντικού αγαθού, που εκφράζεται ως ρύπανση ή υποβάθμιση, διακρίνεται σαφώς ως μεταβολή του εξωτερικού κόσμου από την συμπεριφορά της πρόκλησής του, δηλαδή την προσβλητική του περιβάλλοντος παράνομη πράξη της απόρριψης αποβλήτων, παραγωγής αντιαισθητικών ή οχλουσών δονήσεων, αναθυμιάσεων, ακτινοβολίας, καταστροφή απαγορευμένου θηράματος κλπ..
Ανεξαρτήτως, πάντως, αν ως αποτέλεσμα πρέπει να νοηθεί ο ως άνω κίνδυνος ή η βλάβη του περιβαλλοντικού αγαθού από την ίδια τη ρύπανση ή υποβάθμιση, είναι σαφές ότι η μεταβολή αυτή διαστέλλεται από τη συμπεριφορά του δράστη. Συνεπώς, πρόκειται για έγκλημα αποτελέσματος. Τούτο, βέβαια, με την προϋπόθεση να αφορά η προσβλητική πράξη σε υλικό αντικείμενο.
Κατά μία άποψη
, το έγκλημα του άρθρου 28 παρ. 2 εδ α’ του Ν 1650/1986 είναι έγκλημα βλάβης (προσβολής). Κατ’ αυτήν, για να εφαρμοστεί η παρ. 2α του αρθρ. 28 του ν. 1650/86, δεν απαιτείται μεν να επέλθει κάποιο αποτέλεσμα στον άνθρωπο. Αρκεί, όμως, το γεγονός της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος, καθαυτό, προκειμένου να χα¬ρακτηρισθεί μια συμπεριφορά ως εγκληματική, εφόσον βέβαια η αντικειμενική υπόσταση καλύπτεται από την υποκειμενική. Η αναφερόμενη δηλαδή διάταξη θεσπίζει ένα αυτο¬τελές αξιόποινο αδίκημα, που δεν συνδέεται υποχρεωτικά με προσβο¬λή της ανθρώπινης ζωής ή υγείας. Με τις ΑΠ 2041/2006 και 844/2002, αξιώνεται για μόνη την περίπτωση της υποβάθμισης αναφορά ότι η ενέργεια του κατηγορουμένου είχε αρνητική επίπτωση στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων. Πάντως, αδιαμφισβήτητα, για την κατάφαση του αξιοποίνου, αξιώνεται η πρόκληση μεταβολής στο περιβάλλον.
Άλλη άποψη χαρακτηρίζει το έγκλημα ως αφηρημένης διακινδύνευσης
. Κατ’ άλλη άποψη πρόκειται για έγκλημα δυνητικής διακινδύνευσης
.