Τα εγκλήματα του άρθρου 28 παρ. 3
Το έγκλημα του άρθρου 28 παρ. 3 εδ. δ’
Η περίπτωση δ), όπως ισχύει
, προβλέπει ότι: «(3. Αν η πράξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου:) (δ) δημιούργησε κίνδυνο θανάτου εμβρύου ή ανθρώπου ή εμφάνισης βαριάς σωματικής ή διανοητικής πάθησης σε νεογνό ή βαριάς σωματικής ή διανοητικής πάθησης ανθρώπου, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη ή και χρηματική ποινή 150.000,00 έως 500.000,00 ευρώ».
Εφόσον το βαρύτερο αποτέλεσμα, κατά την εν λόγω παρ. 3 περ. δ’, είναι η δημιουργία κινδύνου τόσο θανάτου ανθρώπου ή εμβρύου όσο και βαριάς σωματικής βλάβης ανθρώπου, εν όψει του ότι τα αποτελέσματα αυτά δεν τυποποιούνται ως εγκληματικές πράξεις, όταν προ¬καλούνται από αμέλεια, δεν εφαρμόζεται το αρθρ. 29 ΙΙΚ. Συνεπώς, η τέλεση της αυτοτελώς αξιόποινης πράξης της παρ. 2 εδ α’ (δόλια ρύ¬πανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος), μπορεί να επισύρει τη βαρύτερη ποινή της παρ. 3 εδ δ’, μόνον εάν παράγει είτε κίνδυνο θανάτου ανθρώπου ή εμβρύου είτε κίνδυνο βαριάς σωματικής βλάβης ανθρώπου που αποδίδεται σε δόλο του δράστη
. Οπότε, πρόκειται για διακεκριμένη παραλλαγή.
Πρόκειται για έγκλημα σύνθετο. Πρόκειται για επιβαρυντική περίσταση, οπότε η αντικειμενική του υπόσταση συγκροτείται από δύο μερικότερες πράξεις, οι οποίες και οι δύο συνιστούν, αυτοτελώς κοιταγμένες η κάθε μία τους, άλλο έγκλημα
, οπότε πρόκειται για έγκλημα σύνθετο με στενή έννοια. Συνίσταται, δηλαδή από εκείνο της παρ. 28 παρ. 2 εδ α’ και το έγκλημα της έκθεσης (άρθρο 306 ΠΚ), έγκλημα με το οποίο τιμωρείται η, από δόλο, έστω και ενδεχόμενο
, διακινδύνευση της ζωής ή της υγείας
. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις απαιτείται ο κίνδυνος να έχει παραχθεί και προκύψει και να μην είναι απλώς ενδεχόμενος.
Κατ’ εξαίρεση, η πρόκληση κινδύνου της ζωής εμβρύου δεν αποτελεί αυτοτελώς έγκλημα. Συνεπώς, σε συνδυασμό με το βασικό έγκλημα, συνιστά έγκλημα σύνθετο με ευρεία έννοια ή πολύπρακτο. Εφόσον η τέλεση του εγκλήματος αυτού προβλέπεται στον νόμο με περισσότερους τρόπους, δηλαδή με ρύπανση ή υποβάθμιση, που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κινδύνου θανάτου εμβρύου ή ανθρώπου είτε βαρειάς σωματικής βλάβης, πρόκεται για έγκλημα πολύτροπο
. Εν όψει δε του ότι κι αν πραγματωθούν ξεχωριστά όλοι οι τρόποι τέλεσής του, αυτοί συναποτελούν ένα και μόνο έγκλημα του οικείου είδους, το έγκλημα είναι γνήσιο (πολύτροπο) ή υπαλλακτικώς μικτό. Και τούτο, καθώς από τη φύση του πράγματος, κάθε τρόπος τελέσεως δεν αξιώνει και διαφορετικό υλικό αντικείμενο.
Στην προκείμενη περίπτωση, δεν ενδιαφέρει το αποτέλεσμα της πράξης, αν δηλαδή επήλθε σωματική βλάβη είτε θάνατος εμβρύου ή ανθρώπου, αλλά μόνο ο κίνδυνος βλάβης τους. Ο κίνδυνος αυτός, που αποτελεί εξέλιξη της επικινδυνότητας της συμπεριφοράς του δράστη, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Προβλέπεται δηλαδή, αυστηρότερη τιμώρηση του εγκλήματος της παρ. 1, αν υπήρξε συμπεριφορά τέτοια, που δικαιολογεί την κρίση ότι από αυτήν είναι πιθανόν, κατά την κοινή πείρα, να προκληθεί όχι βλάβη αλλά κίνδυνος του εννόμου αγαθού.
Κατά μία άποψη, το παρόν έγκλημα έχει τον χαρακτήρα εγκλήματος αφηρημένα συγκεκριμένης ή δυνητικής διακινδύνευσης
. Κατ’ αυτήν, προφανώς, αρκεί η δυνατότητα να δημιουργηθεί κίνδυνος ζωής ή βαρειά σωματική βλάβη και δεν απαιτείται η επέλευσή του. Η δυνατότητα αυτή είναι, κατά ταύτα, στοιχείο που περιλαμβάνεται στον δόλο του δράστη.
Η πράξη, λοιπόν, πρέπει να είναι πρόσφορη να προκαλέσει τη διακινδύνευση. Δεν είναι ανάγκη να έχει εξελιχθεί σε όρο κινδύνου, πρέπει όμως να μπορούσε να εξελιχθεί, εν όψει των συγκεκριμένων περιστατικών που έλαβαν χώρα.
Κατ’ άλλη άποψη πρόκειται για έγκλημα συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως
. Η κατάσταση αυτού του κινδύνου πρέπει να διαπιστώνεται ότι συντρέχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Αν δεν επήλθε in concreto κίνδυνος, το έγκλημα δεν μπορεί να θεωρηθεί τελειωμένο. Η άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτή ως ορθότερη, εν όψει της γραμματικής διατύπωσης της διάταξης, κατά την οποία χρησιμοποιείται σχετικά με τον κίνδυνο αόριστος χρόνος: «δημιουργήθηκε», που περιγράφει την ιστορική πραγματικότητα, δηλαδή γεγονός και όχι άλλη έκφραση δυνατότητας (ορθότερα πιθανότητας), όπως «μπορούσε να δημιουργήσει», όπως θα ταίριαζε στην πρώτη άποψη. Τούτα είναι σύμφωνα με την ορθότερη άποψη, κατά την οποία η διαφοροποίηση των κατηγοριών διακινδύνευσης είναι ζήτημα νομοθετικής περιγραφής και συνδέεται με τη συχνότητα διασύνδεσης του κινδύνου με τυποποιημένες ενέργειες ή παραλείψεις
.
Στα εγκλήματα αυτά, της συγκεκριμένης διακινδυνεύσεως, το επικίνδυνο σχετίζεται με ορισμένο αντικείμενο και δεν αποτελεί γενική και αφηρημένη απειλή
. Εν προκειμένω, ο κίνδυνος σχετίζεται με την ανθρώπινη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα και υγεία συγκεκριμένων προσώπων. Ο κίνδυνος πρέπει να προέρχεται από τη συμπεριφορά του δράστη και όχι από άλλους όρους άσχετους προς την πράξη που χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη
.
Ο κίνδυνος αφορά πρωτίστως στο περιβάλλον. Η κλιμάκωση της ποινικής καταστολής προς τα πάνω με την αυστηροποίηση της προβλεπόμενης κύρωσης (με την ανάδειξη της πράξης της εν λόγω παρ. 3 περ δ) σε κακούργημα, από πλημμέλημα που είναι η προηγούμενη (της παρ. 3 εδ γ’), δεν πρέπει να λησμονείται ότι αφορά στον περιβαλλοντικό κίνδυνο, πρωτίστως. Η πράξη του δράστη δεν αποδοκιμάζεται δραστικότερα αποκλειστικά επειδή προκαλείται κίνδυνος στη ζωή ή στην υγεία, αλλά επειδή, με κριτήριο τα τελευταία αυτά έννομα αγαθά, συνάγεται ότι ο προξενούμενος κίνδυνος για το περιβάλλον είναι υψηλότερος.
Το εν λόγω έγκλημα, ως αφορόν στη διακινδύνευση της ζωής ή της υγείας αόριστου αριθμού ανθρώπων, έχει τον χαρακτήρα κοινώς επικίνδυνου εγκλήματος
. Το έγκλημα αυτό ως κοινού κινδύνου, δεν εφαρμόζεται παρά μόνο αν απειλείται αόριστος αριθμός προσώπων ή, έστω, μια περιορισμένου αριθμού ανοικτή κοινωνική ομάδα με συλλογική λειτουργία. Αντίθετα, τούτο δεν θα συμβαίνει αν προσβάλλονται τα μέλη συγκεκριμένης οικογένειας, γιατί η εισδοχή σε αυτήν δεν είναι προσιτή σε τρίτους
.
Τα κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα χαρακτηρίζονται ομαδικά ως διαρκή
. Ως τέτοιο (διαρκές) είναι το παρόν της παρ. 3 περ. δ’ λόγω και της ιδιότητάς του ως εγκλήματος συγκεκριμένης διακινδύνευσης
.