Τα εγκλήματα του άρθρου 28 παρ. 3
Το έγκλημα του άρθρου 28 παρ. 3 εδ β’
Εξάλλου, προς διευκρίνιση των εν λόγω κριτηρίων (συνδρομής στο πρόσωπο του δράστη της εν λόγω ιδιαίτερης επικινδυνότητάς του), μπορεί να επικληθούν τα προεκτεθέντα της ενσάρκωσης στο πρόσωπο του δράστη του «αρνητικού κοινωνικού τύπου» του επαγγελματία, της «αντικειμενικά εκδηλούμενης ετοιμότητάς του» προς επανάληψη της πράξης με σκοπό πορισμού εισοδήματος, της έκφρασης εγκληματικής βούλησης με χαρακτήρα «καθημερινότητας», που ανάγονται στην προσωπικότητά του. Εξάλλου, η εν λόγω τελολογική συστολή των εννοιών της επανάληψης και της υποδομής, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ, κατά την οποία το ύψος της οικονομικής βαρύτητας στα κατ’ εξακολούθηση (περιουσιακά
) εγκλήματα λαμβάνεται συνολικά υπόψη μόνον αν ο δράστης απέβλεπε εξ αρχής στο αποτέλεσμα αυτό
. Εξάλλου, οι δράσεις των ανωτέρω θα θεωρηθούν ως κατ’ επάγγελμα τελεσθείσες, υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι τόσο η επανειλημμένη τέλεση όσο και η υποδομή, τίθενται κατά τον σκοπό του δράστη προς πορισμό οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους, που πρέπει κατά τη ρητή αξίωση του νομοθέτη να υπερβαίνει (συνολικά) το ποσό των 15.000 ευρώ.
Το έγκλημα του άρθρου 28 παρ. 3 εδ. γ’. Κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ γ’: «(3. Αν η πράξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου [δηλαδή το βασικό έγκλημα]:) γ) δημιούργησε, με βάση το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή την έκταση ή τη σημασία της υποβάθμισης, κίνδυνο σοβαρής ή ευρείας ρύπανσης ή υποβάθμισης ή σοβαρής ή ευρείας οικολογικής και περιβαλλοντικής διατάραξης ή καταστροφής, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή και χρηματική ποινή 20.000,00 έως 150.000,00 ευρώ».
Ποσοτικοποίηση της προσβολής γίνεται υποχρεωτικά και για την εκτίμηση της υπέρβασης (ή όχι) του κατωφλίου της ποινικώς ενδιαφέρουσας πράξης, στη βάση των ορισμών της ρύπανσης και υποβάθμισης του άρθρου 2. Έτσι, μόνο η υπέρβαση του κατωτάτου αυτού κατωφλίου καθιστά τη συμπεριφορά ποινικά αξιόλογη. Εν προκειμένω, λοιπόν, είναι προφανές ότι ο νομοθέτης θέτει ένα ακόμα κατώφλι - όριο, παραπάνω από το προαναφερόμενο, κάτω από το οποίο τελείται το βασικό έγκλημα της παρ. 2 εδ. α’, ενώ πάνω από αυτό εκείνο της παρ. 3 εδ. γ’, επί τη βάσει των τιθέμενων στο άρθρο 2 μετρήσιμων κατά ποσότητα, ποιότητα, ένταση ή χρόνο στοιχείων. Παραπάνω, βέβαια, από το όριο αυτό, έχει θεσμοθετηθεί και άλλο όριο, πέρα από το οποίο τελείται η πράξη της παρ. 3 εδ. ε’, δηλαδή εκείνη της πρόκλησης σοβαρής ρύπανσης - υποβάθμισης.
Η έννοια της σοβαρής ρύπανσης δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια τεχνική έννοια. Με αυτήν, (την τεχνική έννοια), λόγω της ελαστικότητάς της, καθίσταται δυνατός ο εκσυγχρονισμός και η διαρκής προσαρμογή των πολιτειακών παρεμβάσεων, με βάση τα εκάστοτε νεότερα δεδομένα της επιστήμης, καθώς τα πορίσματά της τελούν πάντοτε υπό αναθεώρηση, αλλά και (με βάση) τις κοινωνικές ανάγκες, όπως εκάστοτε διαμορφώνονται. Το πότε, λοιπόν, η ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια της ρύπανσης ή υποβάθμισης υπερβαίνει ένα κατώτερο όριο που καθιστά αυτήν (τη ρύπανση ή υποβάθμιση) τόσο επιβλαβή για το περιβάλλον, ώστε όχι μόνο να γεννώνται βλαπτικές συνέπειες για το περιβάλλον αλλά να γεννάται κίνδυνος σοβαρής ρύπανσης ή υποβάθμισης, δηλαδή κλιμάκωσης των δυσμενών συνεπειών, μπορεί να αποτελέσει ζήτημα επιστημονικής ανάλυσης. Ειδικότερα, όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στο όριο μεταξύ των δύο διατάξεων (της παρ. 2α και της προκειμένης παρ. 3 γ’ από τη μια αλλά και στο όριο μεταξύ της τελευταίας παρ. 3γ’ και εκείνης της παρ. 3 ε’), τόσο περισσότερο υπάρχει ανάγκη επιστημονικής επικουρίας.
Το μέγεθος, της περιβαλλοντικής προσβολής σε ποσοτικές ή ποιοτικές διαστάσεις, καθώς και η σύμπτωση κάποιων τυχόν επιπρόσθετων περιστάσεων, στη βάση των οποίων εδράζεται η επιγενόμενη κρίση περί της συνδρομής του κινδύνου επίτασης της προσβολής, αποτελούν πραγματικό ζήτημα, οπότε αρμόδια για την εκφορά κρίσης επί των παραδοχών αυτών είναι τα δικαστήρια της ουσίας. Επί παραδείγματι, από αυτά θα κριθεί το μέγεθος της ρύπανσης σε μονάδες εμβαδού ή σε μέρη ανά μονάδα όγκου ή η σύσταση των αποβλήτων. Επιπλέον, τα δικαστήρια της ουσίας θα κρίνουν περί του ότι η απόρριψη έλαβε χώρα σε ποτάμιο περιβάλλον ή σε σημείο όπου εκδηλώνονται αέρια ρεύματα ή σε περιοχή όπου το οικοσύστημα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο ή σπάνιο. Το σκέλος, όμως, της υπαγωγής των ποσοτικών και ποιοτικών αυτών μεγεθών στην έννοια της δημιουργίας κινδύνου πρόκλησης σοβαρής ρύπανσης ή υποβάθμισης είναι νομικό ζήτημα, που ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο
. Με άλλα λόγια, το σκέλος της υπαγωγής του ακριβούς μεγέθους και ποιότητας της προσβολής (που έγινε ανελέγκτως δεκτή από τα δικαστήρια της ουσίας) στην έννοια της σοβαρής ή ευρείας ρύπανσης ή υποβάθμισης, αποτελεί νομικό ζήτημα, που υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο
.
Ο κίνδυνος πρόκλησης περαιτέρω σοβαρότερων των αρχικών αρνητικών επιπτώσεων αποτελεί την προϋπόθεση με βάση την οποία διαμορφώνεται από τον νόμο παραλλαγή του βασικού εγκλήματος της παρ. 2 εδ α’, οπότε αποτελεί αόριστη νομική έννοια. Επομένως, ο καθορισμός μεν από το δικαστήριο της ουσίας των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών και λοιπών περιστάσεων της περιβαλλοντικής προσβολής γίνεται κατά τους κανόνες της ηθικής απόδειξης, κατ’ εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που εισφέρθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας. Η ακολουθούσα, όμως, κρίση ότι, με βάση αντικειμενικά κριτήρια που ανάγονται είτε στην κρατούσα επιστημονική προσέγγιση είτε στην κοινωνική αντίληψη αλλά και με τους κανόνες της λογικής, η προσβολή αυτή δημιουργεί ή όχι κίνδυνο επίτασης των αρνητικών επιπτώσεων, αποτελεί υπαγωγή αναγόμενη στην ερμηνεία και εφαρμογή νομικής διάταξης και για τον λόγο αυτόν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, στην έννοια της «σοβαρής» προσβολής, υπάγονται από τον νομοθέτη, τόσο η σοβαρή όσο και η ευρεία ρύπανση ή υποβάθμιση. Επίσης, υπάγονται και εκείνες της σοβαρής ή ευρείας οικολογικής και περιβαλλοντικής διατάραξης και καταστροφής.