COMBATTING WASTE CRIME

SCHMUCKBILD + LOGO

INHALT

BREADCRUMB

Περιπτωσιολογική ανάλυση του άρθρου 28, υπό τον παράτιτλο: Ποινικές κυρώσεις.

 

Κατά μία άποψη, το εν λόγω έγκλημα του άρθρου 28 παρ. 2α (πρώην παρ. 1α), είναι διαρκές Περισσότερες πληροφορίες!. Η προσβολή πρέπει να θεωρηθεί συνολικά καθ’ όλη τη διάρκειά της και όχι ως συγκεκριμένο εμπειρικά γεγονός. Ως χρόνος τέλεσης του εγκλήματος θεωρείται ο χρόνος καθ’ όσον διαρκεί η προσβολή και δεν έχει αρθεί η διαταράσσουσα το έννομο αγαθό κατάσταση. Όταν το περιβαλλοντικό αγαθό δέχεται ποσοστιαίες προσβλητικές επαυξήσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της μη άρσης της προσβολής, εφόσον αυτή (η μη άρση) παράγει συνεχώς ανθυγιεινή ή αντιαισθητική κατάσταση και αυτή δεν εξαντλήθηκε αρχήθεν, κατά την τέλεση της παραγωγικής πράξης. Ο δράστης, διατηρεί την κυριαρχία του επί του περιβάλλοντος χώρου, ως υποκειμένου της προσβολής, και, εντεύθεν, συντηρεί αυτοβούλως την παράνομη κατάσταση. Εφόσον, λοιπόν, δεν αίρεται αυτή η παράνομη κατάσταση, που γεννά αυτούς τους κινδύνους, δεν μπορεί να θεωρείται ότι το έννομο αγαθό έχει ησυχάσει ούτε ότι ο δράστης έχει αποπερατώσει την εγκληματική του συμπεριφορά και η ποινική του ευθύνη έχει εξαντληθεί στην πρώτη πράξη της αποθήκευσης, που έβαλε σε κίνηση την αλληλουχία της ως άνω επικίνδυνης εξέλιξης.

Πλην, η προσβολή του περιβάλλοντος μπορεί να ολοκληρώνεται με πράξη εφ’ άπαξ. Τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις φαίνεται να είναι η άπαξ απόρριψη αποβλήτων που διαχέονται σε τέτοιο εύρος που δεν είναι πλέον συλλέξιμα, η καταστροφή συγκεκριμένων ατόμων ή πληθυσμών ζώων ή φυτών, η διάδοση μολυσματικού παράγοντα. Αν και στις περιπτώσεις αυτές επέρχονται συνέπειες, που ασφαλώς έχουν μόνιμη ή αόριστη διάρκεια, ακόμα και αν σ’ αυτές απέβλεψε ο δράστης, το έγκλημα, με τη διάπραξή του, καθίσταται τέλειο και δεν μπορεί να παραταθεί. Στην αντικειμενική τους υπόσταση περιλαμβάνεται μόνο η παραγωγή κατάστασης και όχι η διατήρησή της. Πρόκειται για αδικήματα που διαπράχθηκαν σε μια χρονική στιγμή. Εξάλλου, και αν ακόμα η απόρριψη ποσότητας αποβλήτων έλαβε χώρα με κάποια διάρκεια, πρόκειται για ένα έγκλημα, αφού μόνο με την ενσωμάτωση αυτών (των αποβλήτων) στα γειτονικά περιβαλλοντικά στοιχεία, π.χ. στο έδαφος, στην ατμόσφαιρα, περατούται η συμπεριφορά του δράστη. Κατά τον νομοθετικό ορισμό του εγκλήματος, στο χρονικό αυτό σημείο συνενούνται όλα τα στοιχεία του. Ο δράστης δεν μπορεί, πλέον, να επαυξήσει την προσβολή. Χάνοντας, όμως, την κυριαρχία πάνω σε αυτά (τα απόβλητα) δεν μπορεί ούτε και να την ανακαλέσει (την προσβολή). Η χρονική αυτή στιγμή, λοιπόν, είναι ανεπίδεκτη παρατάσεως.

Στην παρ. 2 εδ. β (πρώην παρ. 2) ορίζεται: «Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου τελέστηκε από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή».

Στην παράγραφο 2 εδ. γ’ ορίζεται: «Αν οι αρνητικές επιπτώσεις της ρύπανσης ή της υποβάθμισης του περιβάλλοντος είναι, με βάση το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή την έκταση ή τη σημασία της υποβάθμισης, περιορισμένες επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή και χρηματική ποινή.»

Εν προκειμένω, οι ιδιαίτερες περιστάσεις τέλεσης αφορούν στο αποτέλεσμα που πηγάζει από την προκληθείσα ρύπανση ή υποβάθμιση, που δεν είναι άλλο από τις περιορισμένες, δηλαδή ελαφρύτερες, συνέπειές τους. Τούτο προκύπτει και από τη διατύπωση της διάταξης. Η ποινική υπόσταση του εγκλήματος της παρ. 2γ διαμορφώνεται νομοτεχνικά με αφετηρία την ποινική υπόσταση του εγκλήματος της παρ. 2α. Σε αυτήν προστίθενται απλώς στοιχεία, που αναφέρονται στις ελαφρύτερες συνέπειες που είχε η πράξη για τα στοιχεία του περιβάλλοντος. Εξάλλου, η ποινική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος της παρ. 2 εδ γ’ δεν περιλαμβάνει και στοιχεία αυτοδύναμα στην ουσιαστική υφή τους, που να καθιστούν το έγκλημα ιδιώνυμο. Συνεπώς, πρόκειται για προνομιούχο παραλλαγή.

Το πότε η ρύπανση ή υποβάθμιση είναι περιορισμένη ή όχι αποτελεί πραγματικό ζήτημα. Το δικαστήριο της ουσίας θα σταθμίσει τη σοβαρότητα της προσβολής με βάση, προεχόντως, τα κριτήρια που τίθενται στην υπό κρίση διάταξη. Για να εφαρμοστεί, λοιπόν, η διάταξη της παρ. 2 εδ γ’ θα πρέπει από τη μια μεριά να κριθεί η συμπεριφορά ως ποινικά ενδιαφέρουσα, ως υπερβαίνουσα το κατώτατο κατώφλι, κατά τα προαναφερθέντα, από τη άλλη δε να μην υπερβαίνει ένα ανώτατο κατώφλι, πέρα από το οποίο η περιβαλλοντική προσβολή δεν μπορεί πλέον να νοηθεί ως περιορισμένη (πέρα από το οποίο θα εφαρμοστεί η διάταξη του βασικού εγκλήματος της παρ. 2 εδ α’).

Τα κριτήρια που τίθενται από την ίδια τη διάταξη για την εκτίμηση της σοβαρότητας της προσβολής είναι, όπως προαναφέρθηκε: είτε το είδος ή η ποσότητα των ρύπων είτε η έκταση ή η σημασία της υποβάθμισης, δηλαδή γενικότερα, ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά.
Το είδος των ρύπων αφορά στη φύση τους, δηλαδή στη χημική τους σύνθεση και τις ιδιότητες που επάγεται αυτή. Έτσι, τα στοιχεία ή οι χημικές ενώσεις μπορεί να είναι από εντελώς ακίνδυνες έως πολύ επικίνδυνες, ως ρύποι, για διάφορα στοιχεία του περιβάλλοντος και ιδιαιτέρως για τη βιόσφαιρα ή ακόμα και για ειδικότερα στοιχεία της, επί παραδείγματι για έναν μόνο οργανισμό. Η επικινδυνότητα μπορεί να συνίσταται είτε σε τοξικότητα είτε σε μολυσματικότητα που προκαλεί άμεσο θάνατο ή άλλες (άμεσες) βλάβες όσο και χρόνιες παθήσεις. Περαιτέρω, η ποσότητα δεν μπορεί να εκληφθεί χωριστά από το είδος (την ποιότητα) του ρύπου. Είναι φανερό, ότι οι πιο επικίνδυνες ουσίες είναι ανεπιθύμητες και σε μικρότερες ποσότητες και το αντίστροφο. Ώστε η διάζευξη που τίθεται από τον νόμο (μεταξύ είδους και ποσότητας) πρέπει να ερμηνευθεί τελολογικά περισσότερο ως παράταξη. Η ποσότητα εξάλλου, μπορεί να εκληφθεί τόσο σε απόλυτα όσο και σε σχετικά μεγέθη. Μπορεί να αφορά δηλαδή τόσο στις διαστάσεις διάδοσης της ρύπανσης, που μετράται σε μονάδες έκτασης ή όγκου, όσο και στη μάζα ή στον όγκο τής ρύπανσης σε σχέση με αντίστοιχη μονάδα (μάζας ή όγκου). Στην τελευταία αυτή περίπτωση τίθεται το ζήτημα των ορίων, που δεν μπορεί παρά να είναι όρια ανοχής (και όχι όπως εσφαλμένα λέγεται συχνά όρια ασφαλείας). Αν τέτοια όρια έχουν θεσμοθετηθεί, τότε ορθότερο θα ήταν να γίνεται σχετική ανάλυση, ώστε να διαπιστώνεται αν αυτά έχουν παραβιαστεί και πόσο. Προς τούτο, βέβαια, αν τέτοια ανάλυση δεν έχει λάβει χώρα προδικαστικώς, πρέπει να διατάσσεται πραγματογνωμοσύνη, κατ’ άρθρο 183 του ΚΠΔ, εφόσον πρόκειται για ζήτημα για το οποίο απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης, ώστε να γίνει ακριβής διάγνωση του γεγονότος της ποσόστωσης του ρύπου, σε σχέση με το υπάρχον όριο. Ακόμα, όμως, και όταν δεν υπάρχει θεσμοθετημένο όριο, αν η διάδοση του ρύπου είναι τεχνικά μετρήσιμη, όπως θα είναι και το συνηθέστερο, η τεχνική ανάλυση δεν μπορεί να είναι παρά χρήσιμη, για τη σύγκριση του αποτελέσματός της (της ανάλυσης) με τα επίπεδα ασφαλούς έκθεσης, όπως αυτά εκτίθενται στη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία. Η μακροσκοπική προσέγγιση, όμως, με βάση οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, που θα μπορούσε να παράσχει στον δικαστή τη σχετική πληροφόρηση δεν αποκλείεται.