Το άρθρο 28 παρ. 5
Στο γαλλικό δίκαιο, έχει νομολογηθεί ότι ο κύριος της επιχείρησης/εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δύναται, προκειμένου να αποφύγει την εφαρμογή του τεκμηρίου που επικρέμαται σε βάρος του, να αποδείξει την ύπαρξη παραχώρησης εξουσιών. Ο διευθύνων την επιχείρηση διαθέτει εξουσίες και είναι εκ του νόμου αυτός που καλύτερα από οποιονδήποτε μπορεί να αποτρέψει την πραγμάτωση της παράβασης. Γι’ αυτό ορισμένοι πρότειναν την πιο πραγματιστική θεωρία της εξουσίας (κυριαρχίας), προκειμένου να εξηγήσουν την ευθύνη του αποφασίζοντος. Το καθεστώς αυτό ευθύνης βαραίνει εν τοις πράγμασι τον διευθύνοντα την επιχείρηση με ένα γνήσιο τεκμήριο. Θα ήταν, λοιπόν, εξίσου αντίθετο με τους κανόνες του ποινικού δικαίου να αναζητηθεί μια συστηματική ευθύνη του αποφασίζοντα. Γι’ αυτό η νομολογία καθιέρωσε ως ειδική αιτία απαλλαγής του διευθύνοντα την επιχείρηση τη μεταβίβαση εξουσιών.
Στο γαλλικό δίκαιο, με τη μεταβίβαση εξουσιών, δεν ενεργείται μια οποιαδήποτε μεταβίβαση αλλά μια ολοσχερής μεταβίβαση ευθύνης. Αυτή αποτελεί το εργαλείο μεταφοράς ποινικής ευθύνης του διευθύνοντα την επιχείρηση και, συνάμα, εργαλείο προσαρμογής της ποινικής ευθύνης στην πραγματικότητα της λειτουργίας της επιχείρησης
. Με τη μεταβίβαση εξουσιών ο διευθύνων την επιχείρηση μεταφέρει και την ποινική του ευθύνη. Είναι ένα μέσο που θεσπίστηκε για να επιτρέψει σε ένα διευθύνοντα να απαλλαγεί από την ποινική του ευθύνη. Μεταθέτοντας σε έναν από τα στελέχη ή τους μισθωτούς του μέρος των εξουσιών του μεταφέρει μαζί και την ποινική του ευθύνη. Στο ελληνικό δίκαιο, τέτοια μεταβίβαση αρμοδιοτήτων προβλέπεται στον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων από τον δήμαρχο στον αντιδήμαρχο
.
Στη Γαλλία, η θεωρία της υπαιτιότητας του διευθύνοντα την επιχείρηση προτιμήθηκε από εκείνη της ανάληψης επικίνδυνου εγχειρήματος. Και τούτο διότι ο διευθύνων την επιχείρηση έχει νομική υποχρέωση να επιβλέπει τον προστηθέντα του και να επιτηρεί την τήρηση των κανονισμών στην επιχείρησή του, έτσι ώστε να θεωρείται από τη νομολογία και από ορισμένα νομοθετήματα ως «αυτουργός», εμμέσως, του εγκλήματος
. Τη θέση αυτή αντιγράφει, κατ’ ουσίαν, η εν λόγω παρ. 5 περ. 1 του ελληνικού περιβαλλοντικού νόμου, κατά την οποία το πρόσωπο που κατέχει ιθύνουσα θέση στο νομικό πρόσωπο, έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εποπτεύει και να ελέγχει, από τα φυσικά πρόσωπα που τελούν υπό τις εντολές του, την τήρηση των διατάξεων του νόμου. Σε περίπτωση δε παραβίασης της υποχρέωσής του αυτής, ο ιθύνων, τιμωρείται ως αυτουργός, σύμφωνα με την παρ. 5 περ. 2.
Το (γαλλικό) Ακυρωτικό τηρεί την επιφύλαξη της προσωπικής συμμετοχής του διευθύνοντα την επιχείρηση στην πραγμάτωση της παράβασης. Η προϋπόθεση αυτή, όμως, είναι αυτονόητη, δεδομένου ότι πρόκειται περί προσωπικής ευθύνης, που θα μπορούσε να καταλογιστεί στον καθένα. Το δικαίωμα απαλλαγής που προσφέρεται στον διευθύνοντα την επιχείρηση δεν λειτουργεί παρά μόνο σε περίπτωση έλλειψης προσωπικής συμμετοχής του στην πραγμάτωση της παράβασης
.
Κατά τη διάταξη της παρ. 5.2., το φυσικό πρόσωπο, το οποίο κατέχει ιθύνουσα θέση, τιμωρείται για την παράλειψή του, από πρόθεση ή από αμέλεια, να ασκήσει την προβλεπόμενη στην περίπτωση 5.1 εποπτεία ή έλεγχο. Ειδικότερα, δε για κάθε πράξη ή παράλειψη, που προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3. Σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 26 του ΠΚ, τα κακουργήματα και πλημμελήματα τιμωρούνται μόνο όταν τελούνται με δόλο ενώ τα πλημμελήματα τιμωρούνται και από αμέλεια, όταν το ορίζει ειδικά ο νόμος. Συνεπώς, για μεν τις πράξεις της παρ. 2 καθώς και τις πράξεις της παρ. 3 περ. α και γ, καθώς και της δεύτερης υποπαραγράφου της παρ. 3 που είναι πλημμελήματα αρκεί αμέλεια. Αντίθετα, για τις πράξεις της παρ. 3 περ. β, δ και 3 απαιτείται δόλος, αρκεί δε –του νόμου μη διακρίνοντος- και ενδεχόμενος, όπως έχει κριθεί ad hoc
.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι για τα εφαρμοστεί η παρ. 5, η υπαίτια συμπεριφορά του κατόχου ιθύνουσας θέσης πρέπει να κατευθύνεται στην παράλειψη της εποπτείας ή του ελέγχου και όχι στην ίδια την περιβαλλοντική προσβολή. Αν συμβαίνει το τελευταίο, τότε εφαρμοστέα τυγχάνει η παρ. 2 ή 3 (και όχι η 5). Εξάλλου, με την προεκτεθείσα απόφαση, τιμωρήθηκε ο διευθύνων σύμβουλος εταιρείας που εκμεταλλευόταν εργοστάσιο, διότι «δεν μερίμνησε για την σωστή και αντιρρυπαντική λειτουργία του καυστήρα του ως άνω εργοστασίου με αποτέλεσμα στις 31.12.04 από την καπνοδόχο αυτού να βγαίνει πυκνός μαύρος καπνός με μαύρα μικροσωματίδια μαζούτ τα οποία κατέκλυσαν όλη την περιοχή και κάλυψαν τις επιφάνειες των παρακείμενων κατοικιών, ήτοι ήταν σε ποσότητα, συγκέντρωση και διάρκεια που μπορούσαν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στο οικοσύστημα καθώς και υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.» Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι: «Οσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ. για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ` αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου, οπότε απαιτείται αιτιολόγησή του, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, στην οποία, για την υποκειμενική θεμελίωση της ανωτέρω πράξης, αρκεί και ενδεχόμενος δόλος
.»