Νομολογία ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας
Ενδεικτική νομολογία σχετικά με λοιπά ζητήματα, όπως η ορθή λειτουργία των εγκαταστάσεων διαχείρισης αποβλήτων, ο τρόπος διαχείρισης των αποβλήτων κ.α.
Ομοίως έκρινε και στη ΣτΕ 3975/2010 επί αίτησης ακύρωσης κατά της απόρριψης αίτησης ανάκλησης άδειας λειτουργίας βιομηχανίας, της οποίας η περιβαλλοντική αδειοδότηση ήταν πλημμελής. Μάλιστα, στην εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο επεσήμανε ότι “δεν αρκεί η υποβολή αιτήσεως για τη χορήγηση σχετικών διοικητικών αδειών, αλλά πρέπει αυτές να έχουν εκδοθεί και να καλύπτουν τον επίμαχο χρόνο λειτουργίας της μονάδας, περαιτέρω δε να είναι πλήρεις και να αποτρέπουν αποτελεσματικά τη ρυπογόνο δραστηριότητα και την περαιτέρω επιβάρυνση οικοσυστημάτων, όπως ο Ασωπός ποταμός εν προκειμένω” (σκ. 14).
Συναφώς, στη ΣτΕ 1133/2018, επί αιτήσεως ακυρώσεως προσωρινής διακοπής λειτουργίας μιας βιομηχανίας παραγωγής δευτερόχυτου μολύβδου από ανακύκλωση συσσωρευτών και scrap μολύβδου, το Δικαστήριο εξελίσσει την κρίση του και χαρακτηρίζει ως δέσμια υποχρέωση την επιβολή κυρώσεων στους παραβάτες που προκαλούν ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ενώ ως προς το είδος της κύρωσης υπάρχει καταρχήν διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης (σκ. 12-13) Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι «η εθνική νομοθεσία προβλέπει αποτελεσματικό σύστημα λήψης μέτρων και επιβολής κυρώσεων, βάσει του οποίου η Διοίκηση μπορεί να εξαναγκάσει τους παραγωγούς ή κατόχους αποβλήτων σε σύμφωνη με την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία διαχείριση των αποβλήτων και ειδικώς των αποκαλούμενων «ιστορικών» επικίνδυνων αποβλήτων” (σκ. 11). Συναφώς, “ο συντακτικός νομοθέτης και ο νομοθέτης της Ένωσης, έχοντας επίγνωση του οικολογικού προβλήματος, το οποίο σε κάποιες πτυχές του, όπως η ρύπανση, θίγει και άλλο βασικό αγαθό, την ανθρώπινη υγεία, ανήγαγε το φυσικό περιβάλλον σε αντικείμενο ιδιαίτερης έννομης προστασίας, η προστασία δε αυτή πρέπει να είναι πλήρης και αποτελεσματική. Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 24 του Συντ. καθιστά υποχρεωτική για μεν τον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση τη λήψη των προς τούτο αναγκαίων προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων, και δη είτε κανονιστικών είτε γενικών ατομικών είτε ατομικών, για δε τα δικαστήρια την παροχή αποτελεσματικής προστασίας στο φυσικό περιβάλλον. Εξάλλου, (...) σε περίπτωση πρόκλησης ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος, (...) δεν έχουν διακριτική ευχέρεια επιβολής κυρώσεων στους παραβάτες, αλλά δέσμια υποχρέωση. Το είδος της επιβαλλομένης κύρωσης ανήκει κατ’ αρχήν στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του άρθρου 30 του ν. 1650/1986, συνδέεται δε με τη φύση και την έκταση της προκαλούμενης ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος και τη δυνατότητα αποτροπής τους. Σε περίπτωση όμως έντονης υποβάθμισης ή καθ’ υποτροπή πρόκλησης ρύπανσης ή αν επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην περιοχή και προκαλεί οχλήσεις στο περιβάλλον παραλείπει να συμμορφωθεί προς τα υποδεικνυόμενα μέτρα, ως και όταν η λήψη αποτελεσματικών μέτρων είναι ανέφικτη, τότε δεν αρκεί η επιβολή αλλεπάλληλων προστίμων, αλλά προβλέπεται κατά νόμο η διακοπή της βλαπτικής για το περιβάλλον δραστηριότητας. Κατά την έννοια, τέλος, των διατάξεων του άρθρου 30 παρ. 2 του ν. 1650/1986 η οικεία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, ήδη η Περιφέρεια, έχει την αρμοδιότητα να επιβάλλει την προσωρινή απαγόρευση ή οριστική διακοπή λειτουργίας επιχείρησης που προκαλεί ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος (πρβλ. ΣτΕ 935/2017, σκ. 11, 3978/2010 σκ. 12)».
Με τη ΣτΕ 3474/2013 κρίθηκε νόμιμη η διακοπή λειτουργίας μονάδας “χυμοποίησης” εργοστασίου χυμών και αρωμάτων, λόγω του ότι στερούνταν άδειας διάθεσης βιομηχανικών αποβλήτων. Απορρίφθηκε δε ισχυρισμός περί μη κλήσης της εταιρείας σε προηγούμενη ακρόαση, για το λόγο ότι στην προκειμένη περίπτωση, είχε χορηγηθεί στην αιτούσα εταιρεία προσωρινή άδεια διάθεσης των αποβλήτων της διάρκειας έξι μηνών, διάστημα εντός του οποίου η εταιρεία υποχρεούνταν αφενός να μεταφέρει την επίμαχη μονάδα σε άλλη κατάλληλη θέση, αφετέρου όσο λειτουργούσε στην ίδια θέση, να τηρεί συγκεκριμένους όρους, μεταξύ των οποίων η μη ρύπανση του παρακείμενου των εγκαταστάσεων του βιολογικού καθαρισμού χειμάρρου ή του υδροφόρου ορίζοντα· σε περίπτωση παράβασης του όρου περί μη ρύπανσης, άμεση συνέπεια θα ήταν η ανάκληση της άδειας διάθεσης. Έτσι, ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης της εν λόγω εταιρείας, απορρίφθηκε, αφού το μέτρο δεν επιβλήθηκε ως κύρωση, αλλά ως άμεση συνέπεια που ρητώς προβλεπόταν στην κρίσιμη άδεια σε περίπτωση παράβασης των όρων της.
Στη ΣτΕ 989/2018 το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της νομιμότητας ΚΥΑ που ενέκρινε τη χρηματοδότηση από πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων για την κατασκευή ΧΥΤΑ. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, εφόσον για την εκτέλεση του έργου είχε εκδοθεί και βρισκόταν σε ισχύ σχετική ΑΕΠΟ, καθώς και απόφαση του Περιφερειάρχη για την υπαγωγή του έργου σε επιχειρησιακό πρόγραμμα χρηματοδοτούμενο με ενωσιακούς πόρους, νομίμως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, ενώ διευκρίνισε ότι από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας Πλαίσιο για τα απόβλητα 2008/98/ΕΚ και του σχετικού εθνικού νόμου που την μετέφερε (ν. 4042/2012), δεν παύει να εφαρμόζεται ο υφιστάμενος Σχεδιασμός Διαχείρισης Αποβλήτων, οι κατευθύνσεις του οποίου εξακολουθούν να διέπουν τον τρόπο διαχείρισης των αποβλήτων μέχρις ότου καταρτιστούν νέα σχέδια διαχείρισης αποβλήτων, κατ’ εφαρμογή των νεότερων αυτών διατάξεων (σκ. 8).
Το ΣτΕ στην απόφασή του 4050/2015 απέρριψε ισχυρισμό σχετικά με την δυσαναλογία του επιβληθέντος προστίμου σε εταιρεία που διατηρούσε εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου και παραβίασε την περιβαλλοντική νομοθεσία και τους σχετικούς περιβαλλοντικούς όρους ως προς τη διάθεση των αποβλήτων της. Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο το δικάσαν εφετείο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν συνεκτίμησε το γεγονός ότι η εταιρεία “είχε ήδη υποβάλει τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την έκδοση νέας έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, η οποία και εκδόθηκε, ότι οι διαπιστωθείσες παραβάσεις ήταν μικρής έκτασης και ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχε διαπιστωθεί παρόμοια παράβαση είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, καθότι πλήσσει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση και εξουσία του δικάσαντος εφετείου να αποδώσει μείζονα βαρύτητα σε συγκεκριμένους προσδιοριστικούς του ύψους του προστίμου παράγοντες (πρβλ. ΣτΕ 2125/2014, 4566/2013), είναι, όμως, και αβάσιμος ως προς το πρώτο στοιχείο (υποβολή δικαιολογητικών για την έκδοση νέας ΕΠΟ) διότι, πάντως, το στοιχείο αυτό δεν περιλαμβάνεται στα ως άνω κριτήρια που αναφέρει ο νόμος 1650/1986 (άρθρο 30 παρ. 1) για την επιμέτρηση του προστίμου” (σκ. 8).
Στη ΣτΕ 1682/2016, στο πλαίσιο αίτησης ακύρωσης κατά έγκρισης Τεχνικής Περιβαλλοντικής Μελέτης (ΤΕΠΕΜ) για την κατασκευή κυψελών εντός υφιστάμενου χώρου διαχείρισης βιομηχανικών αποβλήτων σε λιγνιτωρυχείο της ΔΕΗ, το Δικαστήριο έκρινε ότι μονάδα που είχε εφοδιαστεί προ του ν. 4014/2011 με ΑΕΠΟ, της οποίας δεν έχει παρέλθει ο χρόνος ισχύος, δεν είχε λάβει όμως και την ειδική άδεια που προβλέπεται για την υγειονομική ταφή των αποβλήτων, πρέπει να εφοδιαστεί αφενός με νέα ΑΕΠΟ και αφετέρου με άδεια λειτουργίας. Η έγκριση ΤΕΠΕΜ και η άδεια λειτουργίας δεν υποκαθιστούν την ελλείπουσα άδεια διαχείρισης και την ΑΕΠΟ, ενώ μάλιστα η έκδοση της νέας ΑΕΠΟ προηγείται των δύο πρώτων. Σαφώς, η έγκριση ΤΕΠΕΜ δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ουσιώδη μεταβολή των χαρακτηριστικών του έργου, καθώς κάτι τέτοιο απαιτεί εκ νέου περιβαλλοντική αδειοδότηση. Στην συγκεκριμένη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη ΤΕΠΕΜ κρίθηκε ότι τροποποιήθηκε ουσιωδώς η δραστηριότητα για την οποία εκδόθηκε η ΑΕΠΟ, ως προς τον τόπο προελεύσεως των επικινδύνων αποβλήτων, την ποσότητά τους σε βάρος και την αναλογική σχέση τους με τα προϊόντα αμιάντου, γι’ αυτό και έγινε δεκτή η αίτηση ακύρωσης.