COMBATTING WASTE CRIME

SCHMUCKBILD + LOGO

INHALT

BREADCRUMB

Νομολογία ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας
Ενδεικτική νομολογία σχετικά με λοιπά ζητήματα, όπως η ορθή λειτουργία των εγκαταστάσεων διαχείρισης αποβλήτων, ο τρόπος διαχείρισης των αποβλήτων κ.α.

 

Στη δε ΣτΕ 2405/2016, σκ. 10, διευκρινίζεται συναφώς ότι στο πλαίσιο της παραπάνω διακριτικής ευχέρειας τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση “θεσπίσεως κριτηρίων που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας και στην υλοποίηση των τασσομένων από τις οδηγίες στόχων και αρχών (...). Από αυτά παρέπεται ότι η επιλογή της καταλληλότερης μεθόδου επεξεργασίας των αποβλήτων σε συγκεκριμένη εγκατάσταση εναπόκειται στην, ανέλεγκτη ακυρωτικά, τεχνική κρίση της Διοικήσεως (...)” υπό τη διττή προϋπόθεση αφενός ότι “τηρούνται οι ανωτέρω κανόνες και αρχές (...)” και αφετέρου ότι “η επιλεγόμενη μέθοδος εντάσσεται στο πλαίσιο του εθνικού σχεδιασμού (ΣΕ 4358/2011 7μ. σκ. 8)”. Στην ίδια σκέψη, άλλωστε, το ΣτΕ επισημαίνει ότι με τις ρυθμίσεις του εθνικού και ενωσιακού δικαίου εισάγεται αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει συνολικά το ζήτημα της διαχείρισης των αποβλήτων, με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται τόσο η προστασία του περιβάλλοντος όσο και της ανθρώπινης υγείας, και για τον λόγο αυτό προβλέπεται ολοκληρωμένος σχεδιασμός σε εθνικό επίπεδο, με την κατάρτιση προδιαγραφών και γενικών προγραμμάτων, και σε περιφερειακό με την εξειδίκευση των εθνικών στόχων και την επιλογή, σε συμφωνία προς τον υπερκείμενο σχεδιασμό, των κατάλληλων χώρων για την εγκατάσταση των μονάδων, οι οποίες στη συνέχεια χωροθετούνται και αδειοδοτούνται με πράξεις Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) και Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ). Στη σκ. 18 της απόφασης διασαφηνίζεται ότι “από καμία διάταξη της εθνικής ή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας δεν προκύπτει ότι με τον εθνικό σχεδιασμό, με τον οποίο τίθενται οι γενικές κατευθύνσεις της εθνικής πολιτικής διαχειρίσεως αποβλήτων και καθορίζονται τα κατάλληλα προς επίτευξή τους μέσα (βλ. άρθρο 5 της κ.υ.α. 50910/2727/2003), πρέπει να γίνεται και η χωροθέτηση των χώρων υγειονομικής ταφής και των λοιπών εγκαταστάσεων αξιοποίησης και επεξεργασίας των απορριμμάτων. Αντιθέτως, (...) η χωροθέτηση ενεργείται με την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων των σχετικών έργων, εν όψει των προβλέψεων των επιμέρους περιφερειακών σχεδίων, με τα οποία καθορίζονται, μεταξύ άλλων, οι διαχειριστικές ενότητες και οι ανά διαχειριστική ενότητα προβλεπόμενες εγκαταστάσεις διαθέσεως αποβλήτων, καθώς επίσης και τα προβλεπόμενα υπό της σχετικής νομοθεσίας κριτήρια αποκλεισμού”.

Στη ΣτΕ 2880/2017, σκ. 9, αναφέρεται ότι “η ανεξέλεγκτη απόρριψη αστικών αποβλήτων απαγορεύεται και ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες πρέπει να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την διακοπή λειτουργίας και την αποκατάσταση των χώρων ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων (ΧΑΔΑ), που λειτουργούν χωρίς άδεια, κατ’ αρχήν σφραγίζοντας τους εν λόγω χώρους (βλ. ΣτΕ 2138/2016, 2973/2010) και, περαιτέρω, αποκαθιστώντας τις ζημιές μεγάλης κλίμακας που έχουν προκληθεί στο περιβάλλον και στη δημόσια υγεία και διαμορφώνοντας το φυσικό περιβάλλον της εγκατάστασης του χώρου, ώστε να επιτυγχάνεται η διατήρηση και βελτίωσή του”. Το Δικαστήριο διαπιστώνει (σκ. 13) ότι η μη λήψη μέτρων αποκατάστασης υφιστάμενου Χώρου Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Αποβλήτων (ΧΑΔΑ) από τον αρμόδιο Δήμο και την Περιφέρεια επτά έτη μετά την έκδοση της άδειας αποκατάστασης αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.

Με τη ΣτΕ 1858/2022 απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξης επικαιροποίησης του Περιφερειακού Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ) της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κατά το μέρος που προβλέπεται η “κάθε άλλου είδους ανάκτηση, όπως ανάκτηση ενέργειας” ως τρόπος διαχείρισης των αποβλήτων της ως άνω Περιφέρειας. Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις της οδηγίας 2008/98, κατ’ επίκληση της νομολογίας του ΔΕΕ, έκρινε ότι (α) η ιεράρχηση των αποβλήτων, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα απόβλητα και έχει ως σκοπό να περιορίζονται στο ελάχιστο οι αρνητικές περιβαλλοντικές συνέπειες και να βελτιστοποιείται η αποδοτικότητα των πόρων στον τομέα της πρόληψης και της διαχείρισης των αποβλήτων (σκ. 10), (β) καθ’ όσον αφορά την οριοθέτηση των εννοιών της ανάκτησης και της διάθεσης, ότι, βάσει των ορισμών που περιέχονται στο άρθρο 3 της οδηγίας, η εξοικονόμηση των φυσικών πόρων πρέπει να είναι ο κύριος σκοπός της πράξης ανάκτησης, ενώ, αντιστρόφως, όταν η εξοικονόμηση των πρώτων υλών αποτελεί απλώς παρεπόμενο αποτέλεσμα εργασίας, της οποίας κύριος σκοπός είναι η διάθεση των αποβλήτων, τούτο δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το χαρακτηρισμό της εργασίας αυτής ως πράξης διάθεσης (σκ. 11) και (γ) σύμφωνα με την οδηγία 2008/98/ΕΚ και το ν. 4042/ 2012, η “άλλου είδους ανάκτηση, όπως ανάκτηση ενέργειας” προβλέπεται ως μέθοδος διαχείρισης των αποβλήτων, έπεται της προετοιμασίας για επαναχρησιμοποίηση και της ανακύκλωσης και καταλαμβάνει την προτελευταία θέση της σχετικής ιεράρχησης, πριν από την υγειονομική ταφή, η οποία αποτελεί την τελευταία επιλογή (σκ. 16). Το Δικαστήριο κατέληξε ότι κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία και το νόμο, το ΕΣΔΑ και το ΠΕΣΔΑ Κεντρικής Μακεδονίας αναγνωρίζουν την ιεράρχηση των τρόπων διαχείρισης των αποβλήτων και θεσπίζουν την ανάκτηση ενέργειας ως επιτρεπόμενη συμπληρωματική μορφή διαχείρισης των απορριμμάτων, “όταν έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια άλλου είδους ανάκτησης”, με σκοπό τη μείωση του υπολείμματος των αποβλήτων που τελικώς οδηγείται προς διάθεση σε χώρους υγειονομικής ταφής.

Με την απόφασή του 3943/2015, το ΣτΕ έκρινε ότι η παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στη λήψη των αναγκαίων προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και είναι δεκτική αίτησης ακύρωσης. Επρόκειτο για ζήτημα προστασίας του ποτάμιου οικοσυστήματος του Ασωπού ποταμού και, κατ’ επέκταση της υγείας των κατοίκων, που απειλούνταν από τις μονάδες που δεν διέθεταν σύστημα επεξεργασίας αποβλήτων ή που λειτουργούσαν κατά παράβαση των σχετικών με την επεξεργασία αποβλήτων περιβαλλοντικών όρων· το Δικαστήριο διαπίστωσε την παράνομη παράλειψη της Διοίκησης να επιλύσει το πρόβλημα της ορθής επεξεργασίας αποβλήτων και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα αποκατάστασης του διαταραχθέντος οικοσυστήματος. Επεσήμανε συγκεκριμένα ότι “κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, ο συντακτικός και ο κοινοτικός νομοθέτης, έχοντας επίγνωση του οικολογικού προβλήματος, το οποίο σε κάποιες πτυχές του, όπως η ρύπανση, θίγει και άλλο βασικό αγαθό, την ανθρώπινη υγεία, ανήγαγε το φυσικό περιβάλλον σε αντικείμενο ιδιαίτερης έννομης προστασίας, η προστασία δε αυτή πρέπει να είναι πλήρης και αποτελεσματική. Κατά συνέπεια, η ως άνω συνταγματική διάταξη καθιστά υποχρεωτική για μεν τον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση τη λήψη των προς τούτο αναγκαίων προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων, και δη είτε κανονιστικών είτε γενικών ατομικών είτε ατομικών, για δε τα δικαστήρια την παροχή αποτελεσματικής προστασίας στο φυσικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, παράλειψη της Διοικήσεως προς λήψιν των μέτρων αυτών είναι, παράλειψη οφειλομένης ενεργείας υποκειμένη σε ακύρωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του κωδ. π.δ. 18/ 1989, εφόσον άλλως η μεν συνταγματική επιταγή θα μετέπιπτε σε θεωρητική διακήρυξη αρχής, το δε φυσικό περιβάλλον θα παρέμενε άνευ προστασίας, εκτεθειμένο σε καταστροφή, εναντίον της σαφούς βουλήσεως του συνταγματικού νομοθέτη (ΣτΕ 976/2015, 3976/2010, 7μ., 1242/2008, 2818/1997 κ.ά.)” (σκ. 7).