COMBATTING WASTE CRIME

SCHMUCKBILD + LOGO

INHALT

BREADCRUMB

Νομολογία ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας
Ενδεικτική νομολογία σχετικά με ζητήματα χωροθέτησης εγκαταστάσεων διαχείρισης αποβλήτων

 

Με τη ΣτΕ 689/2023 7μελούς, απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως κατά ΑΕΠΟ για την κατασκευή και λειτουργία του έργου Χώρος Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων (XYTY) και Μονάδα Προεπεξεργασίας Υπολειπόμενων Σύμμεικτων ΑΣΑ μετά από Διαλογή στην Πηγή (ΔσΠ) στη θέση «Πλούσκα» της Δ.Ε. Υδρούσας του Δήμου Άνδρου Ν.Κυκλάδων με φορέα του έργου τον Δήμο Άνδρου. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τη νομολογία του σχετικά με την ιεράρχηση του τρόπου διαχείρισης των αποβλήτων, τις αρχές της πρόληψης, της εγγύτητας, της ασφαλούς διάθεσης των αποβλήτων (σκ. 14) και της βιώσιμης ανάπτυξης (σκ. 16). «Επειδή, με τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του εθνικού και ενωσιακού δικαίου [...] εισάγεται αυστηρό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο ρυθμίζει συνολικά το ζήτημα της διαχείρισης των αποβλήτων, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος. Το πλαίσιο αυτό προβλέπει ολοκληρωμένο σχεδιασμό τόσο σε εθνικό επίπεδο, με την εκπόνηση στρατηγικής και την κατάρτιση προδιαγραφών και γενικών προγραμμάτων, όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, με την εξειδίκευση των εθνικών στόχων και την επιλογή, σε συμφωνία προς τον υπερκείμενο σχεδιασμό, των κατάλληλων χώρων για την εγκατάσταση των μονάδων, οι οποίες εν συνεχεία χωροθετούνται και αδειοδοτούνται σύμφωνα με την κείμενη περιβαλλοντική νομοθεσία (πρβλ. ΣτΕ 4357/2011 7μ. σκ. 10). Εντός δε του κανονιστικού αυτού πλαισίου η τήρηση των στόχων, των κατευθύνσεων και των προβλέψεων του εθνικού και περιφερειακού σχεδιασμού και των σχετικών προγραμμάτων για τη διαχείριση των αποβλήτων είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωτική για όλες τις πράξεις και τις διαδικασίες διαχείρισης των αποβλήτων. Από τις ίδιες όμως αυτές διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι καταλείπεται ευχέρεια στα κράτη μέλη για την επιλογή του τρόπου διαχείρισης των αποβλήτων και των μεθόδων επεξεργασίας, με την υποχρέωση θέσπισης κριτηρίων που αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας και στην υλοποίηση και εφαρμογή των τασσομένων από τη νομοθεσία της ΕΕ στόχων και αρχών και ειδικότερα α) της αρχής της πρόληψης, η οποία συνίσταται στην πρόληψη ή μείωση της παραγωγής και της βλαπτικότητας των αποβλήτων και εν συνεχεία στην αξιοποίησή τους με επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση και ανάκτηση ή χρήση ως πηγή ενέργειας, β) της αρχής της εγγύτητας, ώστε να επιτυγχάνεται η διάθεση των αποβλήτων στις πλησιέστερες στον τόπο παραγωγής τους εγκαταστάσεις και γ) της αρχής της ασφαλούς διάθεσης των αποβλήτων, με την οποία εξασφαλίζεται ότι η τελική διάθεση θα γίνεται με τρόπο και μέθοδο που δεν θα προκαλεί βλάβη στο περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία (πρβλ. ΣτΕ 4357/2011 7μ. σκ. 10, 4940/2013 σκ. 7). Περαιτέρω, η ευχέρεια των κρατών μελών ως προς την επιλογή της μεθόδου επεξεργασίας των αποβλήτων διατηρήθηκε και υπό το καθεστώς της ισχύουσας οδηγίας 2008/98/ΕΚ, στην οποία παρατίθεται ένας μη εξαντλητικός κατάλογος εργασιών διάθεσης, που περιλαμβάνει και την υγειονομική ταφή, χωρίς να προκρίνεται η επιλογή κάποιας εξ αυτών (βλ. άρθρο 3 παρ. 19 και Παράρτημα Ι της οδηγίας, πρβλ. ΣτΕ 4357/2011 7μ. σκ. 10). Από αυτά παρέπεται ότι η επιλογή της καταλληλότερης μεθόδου επεξεργασίας των αποβλήτων σε συγκεκριμένη εγκατάσταση εναπόκειται στην, ανέλεγκτη, κατ’ αρχήν, ακυρωτικά τεχνική κρίση της Διοίκησης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι τηρούνται οι ανωτέρω κανόνες και αρχές και ότι η επιλεγόμενη μέθοδος εντάσσεται στο πλαίσιο του εθνικού σχεδιασμού (πρβλ. ΣτΕ 4357/2011 7μ. σκ. 10, πρβλ. επίσης ΣτΕ 2405/2016 7μ. σκ. 10). Εξάλλου, η ιεράρχηση του τρόπου διαχείρισης των αποβλήτων που προβλέπεται στην ισχύουσα νομοθεσία (πρόληψη, προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση, ανακύκλωση, άλλου είδους ανάκτηση, διάθεση), εφαρμόζεται μέσω της ασκούμενης πολιτικής και αποτελεί σύνθεση της εν γένει δράσης της Διοίκησης και των ΟΤΑ, και μάλιστα σε διαφορετικά επίπεδα (κεντρικών, περιφερειακών και τοπικών οργάνων καθώς και των φορέων διαχείρισης αποβλήτων), περιλαμβάνει δε, μεταξύ άλλων, την έγκριση και υλοποίηση σχεδίων, προγραμμάτων και μελετών, τη διάθεση ικανών οικονομικών πόρων, την εξεύρεση κατάλληλων χώρων διάθεσης αποβλήτων, τη συγκέντρωση στατιστικών στοιχείων, την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και προγραμμάτων ενημέρωσης του κοινού, την έκδοση αποφάσεων έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, τη διενέργεια διαγωνισμών, τη χορήγηση αδειών, τη διενέργεια ελέγχων, την επιβολή κυρώσεων, τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση χώρων υγειονομικής ταφής κ.ά. (πρβλ. ΣτΕ 963/2019 σκ. 11)» (σκ. 14) και «Επειδή, σε περίπτωση προσβολής με αίτηση ακυρώσεως των διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία με την οποία τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης εκτιμούν εκ των προτέρων τις αναμενόμενες συνέπειες για το περιβάλλον από σχεδιαζόμενα έργα ή δραστηριότητες και κρίνουν αν και με ποιους όρους μπορεί να πραγματοποιηθεί το έργο ή η δραστηριότητα ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, ο δικαστής ερευνά εάν τηρήθηκε συννόμως από ουσιαστική και τυπική άποψη η διαδικασία αυτή και αν τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η ελεγχόμενη διοικητική πράξη, είναι σύμφωνα με τους σχετικούς ορισμούς της νομοθεσίας και επαρκή για να προσδώσουν έρεισμα στην πράξη. Ειδικότερα, κατά την άσκηση του δικαστικού ελέγχου, στον οποίο περιλαμβάνεται και η έρευνα για πλάνη περί τα πράγματα, ο δικαστής εξετάζει, μεταξύ άλλων, αν η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, που αποτελεί το βασικό μέσο εφαρμογής των αρχών της πρόληψης και της προφύλαξης, ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του νόμου και αν το περιεχόμενό της είναι επαρκές ώστε να παρέχεται στα αρμόδια διοικητικά όργανα η δυνατότητα να διακριβώνουν και αξιολογούν τους κινδύνους και τις συνέπειες του έργου ή της δραστηριότητας και να εκτιμούν αν η πραγματοποίησή του είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και τις συνταγματικές επιταγές, καθώς και αν το προσδοκώμενο από αυτό όφελος τελεί σε σχέση αναλογίας με την τυχόν επαπειλούμενη βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος. Η ευθεία, όμως, αξιολόγηση των συνεπειών ορισμένου έργου ή δραστηριότητας και η κρίση αν η πραγματοποίησή του αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης εξέρχονται των ορίων του δικαστικού ελέγχου, διότι προϋποθέτουν διαπίστωση πραγματικών καταστάσεων, διερεύνηση τεχνικών θεμάτων, ουσιαστικές εκτιμήσεις και στάθμιση στηριζόμενη στις εκτιμήσεις αυτές. Κατ’ ακολουθία, παράβαση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης μπορεί να ελεγχθεί ευθέως από τον ακυρωτικό δικαστή μόνον αν από τα στοιχεία της δικογραφίας και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι η προκαλούμενη από το έργο ή τη δραστηριότητα βλάβη για το περιβάλλον είναι μη επανορθώσιμη ή είναι προφανώς δυσανάλογη με το προσδοκώμενο όφελος και έχει τέτοια έκταση και συνέπειες ώστε προδήλως να αντιστρατεύεται την ανωτέρω συνταγματική αρχή (πρβλ. ΣτΕ 1286/2019, 1804/2018, 1964/2015, 1492/2013 7μ., 4542/2011 7μ., 463/2010 Ολομ., 462/2010 Ολομ., 2547/2005 7μ., 613/2002 Ολομ., 3478/2000 Ολομ. κ.ά.)» (σκ. 16).

Στη ΣτΕ 1076/2015 επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά προκήρυξης διαγωνισμού για την επιλογή Ιδιωτικού Φορέα Σύμπραξης για την εκτέλεση του έργου Ολοκληρωμένη Διαχείριση Απορριμμάτων Περιφέρειας Πελοποννήσου με ΣΔΙΤ, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή είναι κατ’ αρχήν σύμφωνη «με την θεσπιζόμενη, […], από τις διατάξεις που διέπουν τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων αρχή της εγγύτητας, κατά την έννοια της οποίας επιδιώκεται η απόθεση των αποβλήτων να γίνεται σε χώρους ευρισκομένους πλησίον των περιοχών, από τις οποίες αυτά προέρχονται, προφανώς προς αποτροπή, μεταξύ άλλων, των κινδύνων για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία από την μεταφορά απορριμμάτων σε μεγάλες αποστάσεις, δηλαδή προς εξυπηρέτηση σκοπών που συνάδουν με το άρθρο 24 του Συντάγματος» (σκ. 12).