Νομολογία ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας
Ενδεικτική νομολογία σχετικά με ζητήματα χωροθέτησης εγκαταστάσεων διαχείρισης αποβλήτων
Στη ΣτΕ 1394/2015, επί αίτησης ακύρωσης κατά ΑΕΠΟ Μονάδας Επεξεργασίας Απορριμμάτων (ΜΕΑ) και Χώρου Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων (ΧΥΤΥ), το Δικαστήριο έκρινε επί του ζητήματος της νομιμότητας της χωροθέτησης του έργου ότι εφόσον πληρούται η προϋπόθεση της νομοθεσίας για προηγούμενη διενέργεια μελέτης και διεξοδικής συγκριτικής αξιολόγησης μεταξύ διαφορετικών προτεινόμενων θέσεων, η χωροθέτηση ήταν νόμιμη (σκ. 8). Επιπλέον, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι “εκ του ότι (...) επιτρέπεται εντός των καταφυγίων άγριας ζωής «η εκτέλεση έργων ή εργασιών και ιδίως, αλιευτικά έργα, έργα αναδασμού, τουριστικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, κατασκηνώσεις, λατομεία, μεταλλεία και δρόμοι, (…) αφού προηγουμένως έχει υποβληθεί μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων τύπου Α και έχει χορηγηθεί έγκριση περιβαλλοντικών όρων» (...), συνάγεται ότι μεταξύ των ενδεικτικώς («ιδίως») επιτρεπόμενων «έργων» και «εργασιών» στις εν λόγω περιοχές περιλαμβάνονται κατ’ αρχήν και έργα υποδομής που αποσκοπούν στην προστασία της υγείας των πολιτών και την αναβάθμιση του περιβάλλοντος, δηλαδή αγαθών για την προστασία των οποίων προνοεί ιδιαιτέρως το Σύνταγμα (άρθρα 21 παρ. 3 και 24 παρ. 1), όπως η κατασκευή Χ.Υ.Τ.Υ.” (σκ. 10). Συναφώς, “το επίμαχο έργο συνδέεται με την παύση λειτουργίας και αποκατάσταση του δυσλειτουργικού και κορεσμένου ΧΥΤΑ στη θέση Γρυπαραίικα της περιοχής Καλαμακίου, η συνέχιση της λειτουργίας του οποίου, όπως έκρινε το ΔΕΕ (απόφαση της 17 Ιουλίου 2014, C- 600/2012), παραβιάζει τις διατάξεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η δε κατασκευή του νέου ΧΥΤΥ αναμένεται να αποτελέσει παράγοντα εξυγίανσης και εξέλιξης των οικοσυστημάτων της ευρύτερης περιοχής του νησιού” (σκ. 11).
Παρομοίως, στη ΣτΕ 3273/2017 επί αίτησης ακύρωσης κατά ΑΕΠΟ για κατασκευή μονάδας επεξεργασίας αστικών λυμάτων, τονίστηκε ότι προκειμένου να εξασφαλιστεί η οικολογική ισορροπία και η διαφύλαξη των φυσικών πόρων χάριν των επόμενων γενεών, ο νομοθέτης οφείλει να προβαίνει σε στάθμιση με άλλους παράγοντες αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον, σε συμμόρφωση με την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, ενώ τονίστηκε ο έλεγχος των άκρων ορίων που ασκείται επό της στάθμισης αυτής από τον ακυρωτικό δικαστή (σκ. 6). Στην απόφαση, το Δικαστήριο τόνισε ότι “η κατασκευή σταθμού βιολογικού καθαρισμού λυμάτων οικισμού είναι θεμελιώδες έργο υποδομής για τη δημιουργία οικισμού και βασικό έργο εξυγίανσης όταν ο οικισμός δεν διαθέτει σχετική μονάδα, όπως εν προκειμένω, όχι μόνο δεν αναιρούνται, αλλά ειδικώς εξυπηρετούνται οι θαλπόμενοι από τα άρθρα 21 και 24 του Συντάγματος σκοποί προστασίας της δημοσίας υγείας, του περιβάλλοντος και της βιώσιμης ανάπτυξης από την κατασκευή και λειτουργία μονάδας όπως η επίδικη (ΣτΕ 4542/2011 7μ. σκ. 10, 2547/2005 7μ. σκ. 12 κ.ά.). Εφόσον δε εν προκειμένω η προσβαλλόμενη πράξη αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, κατά τα προεκτεθέντα, η περαιτέρω αμφισβήτηση των σχετικών τεχνικών κρίσεων και επιλογών είναι απαράδεκτη, διότι πλήττει την ουσιαστική κρίση της Διοίκησης” (σκ. 17).
Στη ΣτΕ 4626/2013 επισημάνθηκε ότι η τελική κρίση της Διοίκησης για επιλογή της καταλληλότερης θέσης για την εγκατάσταση ΧΥΤΑ, ως τεχνική, δεν ελέγχεται από τον ακυρωτικό δικαστή, “με την προϋπόθεση, όμως, ότι τηρούνται οι (...) κανόνες και αρχές [ενν. της διαχείρισης των αποβλήτων του ενωσιακού δικαίου] και ότι η επιλεγόμενη μέθοδος εντάσσεται στο πλαίσιο του εθνικού σχεδιασμού” (σκ. 13). Επιπλέον, σύμφωνα με το Δικαστήριο “η δημιουργία Χ.Υ.Τ.Α., επιβαλλόμενη για την προστασία της δημόσιας υγείας, η οποία αποτελεί αντικείμενο κρατικής μέριμνας, κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, τελικώς δε για την προστασία του ίδιου του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος, το οποίο πλήττεται από την ανεξέλεγκτη διάθεση των αποβλήτων, αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος, για τον οποίο είναι καταρχήν επιτρεπτή η μεταβολή χρήσεως δάσους ή δασικής έκτασης. Περαιτέρω, κατά την έννοια των άρθρων 45, 58 και 59 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), για την πραγματοποίηση έργου υποδομής εντός δασών ή δασικών εκτάσεων απαιτείται η έκδοση πράξης έγκρισης επέμβασης, η οποία μπορεί μεν είτε να προηγείται, είτε να έπεται της οικείας Ε.Π.Ο., πρέπει πάντως να έχει εκδοθεί πριν πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε υλική ενέργεια στην επίμαχη έκταση” (σκ. 25). Περαιτέρω, “η βιώσιμη ανάπτυξη θάλπεται από την εκτέλεση έργων υποδομής περιβαλλοντικής σπουδαιότητας, όπως τα έργα διαχείρισης απορριμμάτων, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι σχεδιάζονται με νόμιμο τρόπο και στη συνέχεια τηρούνται οι σχετικοί περιβαλλοντικοί όροι, και συμπληρώνονται ή τροποποιούνται, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο” (σκ. 40).
Με τη ΣτΕ 4940/2013 κρίθηκε ότι η ύπαρξη γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας δεν αποτελεί κριτήριο αποκλεισμού για την εγκατάσταση ΧΥΤΑ (σκ. 10), ενώ μάλιστα απορρίφθηκε ισχυρισμός περί εσφαλμένης επιλογής κατασκευής ΧΥΤΑ αντί για ΧΥΤΥ, κατά παράβαση της αρχής της προηγούμενης επεξεργασίας των αποβλήτων, αφού το ΣτΕ θεώρησε ότι η επιλογή αυτή είναι σύμφωνη με τις προβλέψεις του Περιφερειακού Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ) Νοτίου Αιγαίου. Όπως αναφέρεται, “στο σχέδιο αυτό εντοπίζονται οι στόχοι που τίθενται από το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων και διαπιστώνεται ότι η συμμετοχή της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου στους στόχους του Ε.Σ.Δ.Α. αποτελεί ποσοστό πολύ μικρό για να συνεισφέρει σε επίπεδο αξιοποίησης σε επίπεδο χώρας, γεγονός που σημαίνει ότι η διαχείριση των στερεών αποβλήτων στην περιφέρεια αυτή εστιάζεται περισσότερο στην ασφαλή τελική διάθεσή τους. Επιπλέον, το Π.Ε.Σ.Δ.Α. θέτει στόχους για τη διαχείριση διαφόρων ειδικών κατηγοριών στερεών αποβλήτων (όπως βιοαποδομήσιμα αστικά απόβλητα, ανακυκλώσιμα απόβλητα συσκευασιών και άλλων προϊόντων, υλικά συσκευασίας, μεταχειρισμένα ελαστικά οχημάτων, οχήματα τέλους κύκλου ζωής, απόβλητα ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, αδρανή απόβλητα από εκσκαφές, κατασκευές και κατεδαφίσεις, ηλεκτρικές στήλες και συσσωρευτές, απόβλητα λιπαντικών – ελαίων, νοσοκομειακά και ιατρικά απόβλητα) και θέτει ως στόχο για την ασφαλή διάθεση των αστικών στερεών αποβλήτων, την αποκατάσταση των Χώρων Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Αποβλήτων και την κάλυψη όλης της περιφέρειας με Χώρους Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων. Από τα αστικά στερεά απόβλητα τα αξιοποιούμενα χωρίζονται σε δύο ενότητες, τα ανακυκλώσιμα ως προς τα οποία προβλέπεται η προώθηση της ανακύκλωσής τους και της σχετικής ενημέρωσης και εκπαίδευσης των πολιτών και τα βιοαποδομήσιμα, η διαχείριση των οποίων (κυρίως κομποστοποίηση) θα αποσκοπεί στον περιορισμό του βιοαποδομήσιμου κλάσματος που διατίθεται σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής. Ακολούθως, εκτίθενται τα έργα τελικής διάθεσης των μη αξιοποιούμενων στερεών αποβλήτων και των υπολειμμάτων, που προέρχονται από τη διαδικασία αξιοποίησής τους είτε μέσω ανακύκλωσης είτε μέσω της κομποστοποίησης, σε αυτά δε περιλαμβάνεται (...) το επίμαχο έργο (...), τίθεται δε η σημείωση ότι οι χώροι τελικής διάθεσης των απορριμμάτων, που αναφέρονται στο Π.Ε.Σ.Δ.Α. είναι χώροι με στόχο την εξέλιξή τους σε Χώρους Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων εντός του χρονικού διαστήματος λειτουργίας τους” (σκ. 8). Στην ίδια απόφαση (σκ. 16-17) το Δικαστήριο υπεισέρχεται σε αρκετό βάθος αναφορικά με το περιεχόμενο της κρίσιμης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), αλλά τελικώς καταλήγει να εξαγγέλει τον ακυρωτικώς ανέλεγκτο χαρακτήρα του.