Οδηγία της ΕΕ για το περιβαλλοντικό έγκλημα
Η υποχρέωση ποινικοποίησης αφορά (άρθρο 3):
Η υποχρέωση ποινικοποίησης αφορά (άρθρο 3):
- στην απόρριψη, εκπομπή ή εισαγωγή ποσότητας υλικών ή ιοντίζουσας ακτινοβολίας στον αέρα, το έδαφος ή το νερό, που προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει το θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες, σε πρόσωπα, ή ουσιαστικές βλάβες, στην ποιότητα του αέρα, την ποιότητα του εδάφους, την ποιότητα του νερού ή στα ζώα ή τα φυτά,
- στη συλλογή, μεταφορά, ανάκτηση ή διάθεση αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένης της επιχειρησιακής εποπτείας των πράξεων αυτών και της επακόλουθης συντήρησης των εγκαταστάσεων διάθεσης, και συμπεριλαμβανομένων δράσεων που εκτελούνται από εμπόρους ή μεσίτες (διαχείριση των αποβλήτων), που προκαλούν ή ενδέχεται να προκαλέσουν τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες, σε πρόσωπα, ή ουσιαστικές βλάβες, στην ποιότητα του αέρα, στην ποιότητα του εδάφους ή στην ποιότητα του νερού, ή στα ζώα ή τα φυτά,
- στην αποστολή αποβλήτων, οσάκις η δραστηριότητα αυτή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παράγραφος 35 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων και διενεργείται σε μη αμελητέα ποσότητα, ανεξάρτητα από το εάν εκτελείται ως ενιαία μεταφορά ή ως πολλαπλές μεταφορές που φαίνονται αλληλένδετες,
- στη λειτουργία μονάδας, η οποία εκτελεί επικίνδυνες δραστηριότητες ή στην οποία αποθηκεύονται ή χρησιμοποιούνται επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα, και η οποία, προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει, εκτός της μονάδας, τον θάνατο ή σοβαρές σωματικές βλάβες, σε πρόσωπα, ή ουσιαστικές βλάβες, στην ποιότητα του αέρα, την ποιότητα του εδάφους ή την ποιότητα του νερού, ή στα ζώα ή τα φυτά,
- στην παραγωγή, την επεξεργασία, το χειρισμός, τη χρήση, την κατοχή, την αποθήκευση, την μεταφορά, την εισαγωγή, την εξαγωγή ή τη διάθεση πυρηνικών υλικών ή άλλων επικινδύνων ραδιενεργών ουσιών που προκαλούν ή ενδέχεται να προκαλέσουν θάνατο ή σοβαρή σωματική βλάβη σε πρόσωπα ή ουσιαστική βλάβη στην ποιότητα του αέρα, την ποιότητα του εδάφους ή την ποιότητα του νερού, ή στα ζώα ή τα φυτά,
- στη θανάτωση, στον αφανισμό, στην κατοχή ή στην σύλληψη προστατευόμενων ειδών της άγριας χλωρίδας ή πανίδας, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που η συμπεριφορά αφορά αμελητέα ποσότητα αυτών των ειδών και έχει αμελητέο αντίκτυπο στο καθεστώς διατήρησης των ειδών,
- στην εμπορία με προστατευόμενα είδη άγριας πανίδας ή χλωρίδας ή μερών ή παραγώγων αυτών, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που η συμπεριφορά αφορά αμελητέα ποσότητα των ειδών αυτών και έχει αμελητέο αντίκτυπο στο καθεστώς διατήρησης των ειδών,
- σε κάθε συμπεριφορά που προκαλεί την ουσιαστική υποβάθμιση οικολογικού ενδιαιτήματος εντός προστατευόμενης περιοχής· πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) της οδηγίας, ως "οικότοπος εντός προστατευόμενης περιοχής" νοείται κάθε οικότοπος ειδών για τον οποίο μια περιοχή έχει κηρυχθεί ιδιαιτέρως προστατευόμενη σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 ή 2 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, ή κάθε φυσικός οικότοπος ή οικότοπος ειδών για τον οποίο μια περιοχή έχει κηρυχθεί ως ιδιαίτερη περιοχή διατήρησης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ,
- στην παραγωγή, εισαγωγή, εξαγωγή, διάθεση στην αγορά ή η χρήση ουσιών που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος.
Τα περισσότερα από αυτά τα περιβαλλοντικά εγκλήματα περιλαμβάνουν την προϋπόθεση της πρόκλησης θανάτου ή σοβαρού τραυματισμού ή βλάβης σε πρόσωπα ή στο περιβάλλον. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η πράξη (ή η αδράνεια) από μόνη της δεν θεωρείται ποινικό αδίκημα. Αυτή η προαναφερθείσα απαρίθμηση επιβεβαιώνει ότι το "περιβαλλοντικό έγκλημα" είναι μια ευρεία έννοια που περιλαμβάνει πολύ διαφορετικές συμπεριφορές και δεν περιλαμβάνονται όλες εξαντλητικά στο άρθρο 3. Για παράδειγµα, τα εγκλήµατα που αφορούν την ασφάλεια των τροφίµων ή την καλή διαβίωση των ζώων δεν καλύπτονται από την οδηγία.
Στα άρθρα 6 και 7 η οδηγία εισάγει σύστημα ευθύνης των νομικών προσώπων και απαιτεί από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις. Το ζήτηµα των ποινικών κυρώσεων τέθηκε στον απόηχο της προαναφερθείσας υπόθεσης C-176/03 Επιτροπή κατά Συµβουλίου, όπου τέθηκε το ερώτηµα αν η κοινοτική αρµοδιότητα στο ποινικό δίκαιο περιορίζεται µόνο στον ορισµό των ποινικών αδικηµάτων ή επεκτείνεται και στην οριοθέτηση των σχετικών ποινικών κυρώσεων
. Το πρόβλημα επιλύθηκε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ μετά την αμφισβήτηση από την Επιτροπή της νομιμότητας της θέσπισης ενός εργαλείου με τρεις πυλώνες (αντί ενός) για τη ρύπανση από πλοία, όπου το Δικαστήριο συμμερίστηκε και πάλι την άποψη της Επιτροπής διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι η αρμοδιότητα της Κοινότητας στον τομέα του ποινικού δικαίου δεν εκτείνεται στον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των κυρώσεων (υπόθεση C-440/05 Επιτροπή κατά Συμβουλίου, § 70). Αργότερα, ωστόσο, η ΕΕ απέκτησε την αρμοδιότητα να καθορίζει τις κυρώσεις και, ως εκ τούτου, η αναθεώρηση της οδηγίας (βλ. κατωτέρω) προτείνει νέα πρόβλεψη καλύπτοντας και το ζήτημα των κυρώσεων.
Το άρθρο 3 στοιχεία β) και γ) ποινικοποιεί τη συλλογή, μεταφορά, ανάκτηση, αποστολή και διάθεση αποβλήτων κατά παράβαση των κανόνων της ΕΕ. Τα άρθρα 5 και 7 απαιτούν την επιβολή "αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων" - οι ποινικές κυρώσεις περιορίζονται στα φυσικά πρόσωπα. Δεν υπάρχει αναφορά σε ελάχιστες ή μέγιστες κυρώσεις, αφήνοντας πολύ μεγάλη διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη. Η έλλειψη ενιαίου καθεστώτος κυρώσεων καθιστά την οδηγία αδύναμη και αναποτελεσματική: κάθε κράτος μέλος μπορεί να ερμηνεύσει διαφορετικά το άρθρο 5, οδηγώντας έτσι στην ύπαρξη "παραδείσων ρύπανσης". Συνεπώς. η οδηγία δεν αίρει το πρακτικό πρόβλημα ότι η απλή απόφαση για ποινικοποίηση δεν επηρεάζει ούτε τις αποφάσεις των εισαγγελέων να απορρίψουν συγκεκριμένες υποθέσεις περιβαλλοντικού εγκλήματος ούτε τη διακριτική ευχέρεια του δικαστή να επιλέξει τις εφαρμοστέες κυρώσεις.