Προστασία των ειδών βάσει της οδηγίας για τους οικοτόπους
Σύστημα αυστηρής προστασίας (άρθρα 12-16 της οδηγίας για τους οικοτόπους)
Παρεκκλίσεις
Το άρθρο 16 προσδιορίζει τους όρους υπό τους οποίους ένα κράτος μέλος μπορεί να παρεκκλίνει από τις αυστηρές διατάξεις προστασίας.
- 1.
Τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική λύση και ότι η παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση, σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών στην περιοχή της φυσικής του κατανομής, μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14 και 15 στοιχεία α) και β):
α) για να προστατεύσουν την άγρια πανίδα και χλωρίδα και να διατηρήσουν τους φυσικούς οικοτόπους·
β) για να προλάβουν σοβαρές ζημίες, ιδίως των καλλιεργειών, της κτηνοτροφίας, των δασών, των πληθυσμών ιχθύων και των υδάτων και ιδιοκτησιών άλλης μορφής·
γ) για λόγους δημόσιας υγείας και ασφαλείας ή για άλλους επιτακτικούς λόγους προέχοντος δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λόγων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα και ευεργετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον·
δ) για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς λόγους, για λόγους αποκατάστασης πληθυσμών και επανεισαγωγής των εν λόγω ειδών και για επιχειρήσεις αναπαραγωγής που απαιτούνται για τους σκοπούς αυτούς, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής αναπαραγωγής των φυτών·
ε) για να επιτρέψουν, υπό όρους αυστηρά ελεγχόμενους, την επιλεκτική και ποσοτικά περιορισμένη σύλληψη ή κράτηση περιορισμένου αριθμού, προσδιορισμένου από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, μερικών δειγμάτων των ειδών που αναφέρει το παράρτημα IV. - 2. Τα κράτη μέλη αποστέλλουν στην Επιτροπή κάθε δύο χρόνια μια έκθεση, συντεταγμένη σύμφωνα με το υπόδειγμα που καταρτίζει η επιτροπή, για τις παρεκκλίσεις που παραχωρήθηκαν δυνάμει της παραγράφου 1. Η Επιτροπή ανακοινώνει τη γνώμη της για αυτές τις παρεκκλίσεις μέσα σε δώδεκα μήνες το πολύ από την παραλαβή των εκθέσεων και ενημερώνει την επιτροπή.
- 3.
Οι πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνουν:
α) τα είδη τα οποία αφορούν οι παρεκκλίσεις και τους λόγους της παρέκκλισης, περιλαμβανομένης της φύσεως του κινδύνου, ενδεχομένως δε και τις εναλλακτικές λύσεις που δεν έγιναν δεκτές και τα επιστημονικά δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν·
β) τα μέσα, τα συστήματα ή τις μεθόδους σύλληψης ή θανάτωσης ζωικών ειδών που επετράπησαν και τους λόγους της χρησιμοποίησής τους·
γ) το χρόνο και τον τόπο παροχής αυτών των παρεκκλίσεων·
δ) την αρχή την αρμόδια να δηλώνει και να ελέγχει ότι οι απαιτούμενοι όροι τηρούνται και να αποφασίζει ποια μέσα, δομές και μέθοδοι επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν, μέσα σε ποια όρια και από ποιες υπηρεσίες και ποιοι είναι οι επιφορτισμένοι με την εκτέλεση·
ε) τα χρησιμοποιούμενα μέτρα ελέγχου και τα αποτελέσματά τους.
Σε αντίθεση με την οδηγία για τα πτηνά, οι παρεκκλίσεις στην οδηγία για τους οικοτόπους είναι πιο εκτεταμένες. Παρέκκλιση επιτρέπεται όταν ισχύει ένα από τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) της οδηγίας. Σε αντίθεση με τις παρεκκλίσεις που επιτρέπονται στο πλαίσιο των ΖΕΠ, όσες επιτρέπονται για την προστασία ειδών δεν δηλώνεται ότι εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών και στην οδηγία για τα πτηνά.
Επομένως, πρέπει να υποτεθεί ότι, εντός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας για τα πτηνά, παρέκκλιση είναι δυνατή μόνο σε σχέση με τις απαγορεύσεις σύλληψης και εμπορίας (άρθρο 9). Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τις παρεκκλίσεις αυτές στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάθε δύο χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας για τους οικοτόπους, τα κράτη μέλη συντάσσουν έκθεση σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας για τους οικοτόπους κάθε έξι χρόνια.
Το 2007, η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, συνέταξε «έγγραφο καθοδήγησης για την αυστηρή προστασία των ειδών ζώων» με στόχο την καλύτερη κατανόηση των προηγούμενων διατάξεων (άρθρα 12 και 16).
Οι παρεκκλίσεις στο άρθρο 16 έχουν αποτελέσει αντικείμενο πολλών νομικών υποθέσεων με την πάροδο των ετών, η δε νομολογία του ΔΕΕ καθιστά σαφές ότι οι τυχόν παρεκκλίσεις θα πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και στενά.
Κατά συνέπεια, οι εξαιρέσεις δεν μπορούν να χρησιμεύουν ως γενικά μέτρα και μια απόφαση παρέκκλισης πρέπει να καθορίζει τους στόχους που επικαλείται προς στήριξή της κατά τρόπο σαφή και ακριβή, και με αποδεικτικά στοιχεία. Πρέπει να εφαρμόζεται κατάλληλα για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων απαιτήσεων και ειδικών καταστάσεων.
Η ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των εκάστοτε πληθυσμών στη φυσική τους κατανομή αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή των παρεκκλίσεων, τη χορήγηση των οποίων προβλέπει το άρθρο 16 παράγραφος 1
. Επομένως, μια παρέκκλιση βάσει του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας για τους οικοτόπους πρέπει να βασίζεται σε κριτήρια που ορίζονται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη διατήρηση της δυναμικής και της κοινωνικής σταθερότητας του εν λόγω είδους. Κατ’ αρχήν, είναι πιθανό η θανάτωση περιορισμένου αριθμού δειγμάτων να μην επηρεάζει τον στόχο που προβλέπεται στο άρθρο 16 παράγραφος 1. Μια τέτοια παρέκκλιση είναι επομένως ουδέτερη για τα συγκεκριμένα είδη.
Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η χορήγηση τέτοιου είδους κατ’ εξαίρεση παρεκκλίσεων πρέπει να εκτιμάται επίσης βάσει της αρχής της προφύλαξης.
Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με τον περιορισμένο και καθορισμένο αριθμό ορισμένων δειγμάτων ειδών που λαμβάνονται ή κρατούνται, πρέπει να σημειωθεί ότι ο αριθμός αυτός θα εξαρτάται, σε κάθε περίπτωση, από το επίπεδο πληθυσμού του είδους, την κατάσταση διατήρησής του και τα βιολογικά του χαρακτηριστικά. Ο αριθμός αυτός πρέπει να προσδιορίζεται επίσης βάσει αυστηρών επιστημονικών δεδομένων που σχετίζονται με γεωγραφικούς, κλιματικούς, περιβαλλοντικούς και βιολογικούς παράγοντες, καθώς και παράγοντες που επιτρέπουν την εκτίμηση της κατάστασης σχετικά με την αναπαραγωγή των ειδών και το συνολικό ετήσιο ποσοστό θνησιμότητας λόγω φυσικών αιτίων.
Επιπλέον, τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν σαφή και επαρκή αιτιολογία όσον αφορά την απουσία ικανοποιητικής εναλλακτικής λύσης μέσω της οποίας θα μπορούσαν να επιτευχθούν οι στόχοι επί των οποίων στηρίχθηκε η παρέκκλιση.
Αυτή η υποχρέωση παροχής αιτιολογίας δεν τηρείται όταν η απόφαση παρέκκλισης δεν περιέχει αναφορά στην απουσία άλλης ικανοποιητικής λύσης ή αναφορά σε σχετικές τεχνικές, νομικές και επιστημονικές εκθέσεις.
Εν πάση περιπτώσει, οι παρεκκλίσεις που χορηγούνται βάσει του άρθρου 16 παράγραφος 1 δεν πρέπει, στο σύνολό τους, να παράγουν αποτελέσματα αντίθετα προς τους στόχους που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία. Στην υπόθεση C-674/17 Luonnonsuojeluyhdistys Tapiola, το ΔΕΕ έκρινε ότι ο στόχος μιας παρέκκλισης βάσει του άρθρου16 παράγραφος 1 στοιχείο ε) -η λήψη ή η κράτηση ορισμένων δειγμάτων σε περιορισμένο αριθμό- δεν μπορεί να αποτελέσει γενική νομική βάση για να επιτραπούν παρεκκλίσεις από το άρθρο 16, παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ), της οδηγίας, διότι θα καθιστούσε τις λοιπές περιπτώσεις και το εν λόγω αυστηρό καθεστώς προστασίας άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας. Η λήψη ή η κράτηση ορισμένων δειγμάτων σε περιορισμένο αριθμό δεν επιτρέπεται, επομένως, βάσει των λόγων που ορίζονται στο άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ), σε περίπτωση που οι λόγοι αυτοί δεν είναι αρκετά σοβαροί. Η προϋπόθεση ότι οι παρεκκλίσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο ε) πρέπει να εφαρμόζονται υπό αυστηρά ελεγχόμενες συνθήκες συνεπάγεται, ιδίως, ότι οι εν λόγω συνθήκες και ο τρόπος με τον οποίο διασφαλίζεται η συμμόρφωση μαζί τους εγγυώνται ότι η λήψη ή η κράτηση των δειγμάτων των σχετικών ειδών γίνεται σε επιλεκτική βάση και αφορά περιορισμένους αριθμούς. Συνεπώς, για κάθε παρέκκλιση βάσει της διάταξης αυτής, η αρμόδια εθνική αρχή πρέπει να διασφαλίζει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτήν πριν από τη χορήγηση της παρέκκλισης και να παρακολουθεί τον επακόλουθο αντίκτυπό της. Η εθνική νομοθεσία πρέπει να διασφαλίζει ότι η νομιμότητα των αποφάσεων που χορηγούν άδειες παρέκκλισης βάσει της εν λόγω διάταξης, αλλά και ο τρόπος εφαρμογής των αποφάσεων αυτών, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης με τους συνοδευτικούς όρους που αφορούν, ιδίως, τόπους, ημερομηνίες, αριθμούς και τύπους στοχευομένων δειγμάτων, υπόκεινται εγκαίρως σε αποτελεσματικό έλεγχο.